Ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Καρδίτσας Γ. Καπράνας για τα εργασιακά


Tags |

Πριν από λίγες μέρες δόθηκε στη δημοσιότητα η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ που περιέγραψε, με τα πιο μελανά χρώματα την κατάσταση της οικονομίας της χώρας μας, τις εργασιακές σχέσεις την ανεργία και το ασφαλιστικό μας σύστημα. Έρχεται να επιβεβαιώσει με στοιχεία αυτά τα οποία διαπιστώνουμε σε καθημερινό επίπεδο. Έπειτα από 7 χρόνια ύφεσης, δραματικής αύξησης της ανεργίας, αποεπένδυσης και φτωχοποίησης ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, η ελπίδα συνεχίζει την ίδια αδιέξοδη υφεσιακή πολιτική.

Το τρίτο Μνημόνιο έχει στερήσει την ελπίδα αλλά και οποιαδήποτε θετική προοπτική από τις κοινωνικές ομάδες που έχουν πληγεί από την κρίση και την λιτότητα, από τους μισθωτούς ,τους συνταξιούχους, τους ανέργους, από όσους ζουν στην απόλυτη φτώχεια, σε εργασιακή επισφάλεια. Όλες οι ενδείξεις στην άσκηση οικονομικής πολιτικής δείχνουν ότι η μείωση του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών και των συνταξιούχων θα συνεχίσει να είναι το μέσο της δημοσιονομικής και της διαρθρωτικής προσαρμογής της οικονομίας.

Έχει αποδειχθεί ότι η εφαρμογή σκληρών νεοφιλελεύθερων πολιτικών σε πολλές αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες προκαλεί σοκ λιτότητας, ανεργίας, φτωχοποίησης, οικολογικής υποβάθμισης και κρίση των δημοκρατικών θεσμών .

Η αβεβαιότητα κυριαρχεί και τροφοδοτεί την στρατηγική της αδράνειας, την ξενοφοβία, των ρατσισμό, τον εθνικισμό με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την χώρα μας όσο και για την συνοχή της Ε.Ε και την ποιότητα της δημοκρατίας της. Για τα συνδικάτα η βιώσιμη έξοδος της οικονομίας από τη λιτότητα, την ύφεση την κρίση φερεγγυότητας και τη χρηματοπιστωτική αστάθεια προϋποθέτει την υλοποίηση ενός νέου βιώσιμου αναπτυξιακού προτύπου, το οποίο θα έχει ως βάση την απασχόληση και τη δικαιότερη διανομή του εισοδήματος. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο και αποτελεί το μοναδικό δρόμο προκειμένου η χώρα μας να επιστρέψει στην κανονικότητα και να ανακτήσει κοινωνική, πολιτική και οικονομική σταθερότητα.

Για τα συνδικάτα η προστασία της εργασίας, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, οι κλαδικές συμβάσεις εργασίας, ο κατώτατος μισθός, ο κοινωνικός διάλογος και η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν εξασφαλίζουν μόνο ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τους εργαζομένους, αλλά συμβάλλουν και στη δημιουργία νέου πλούτου, που καθιστά διατηρήσιμη τη δημοσιονομική προσαρμογή , βιώσιμο το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας και σταθερό το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Δυστυχώς όμως η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με όρους αποκλειστικά και μόνο δημοσιονομικούς επιφέρει σοβαρότατες αρνητικές αναπτυξιακές και κοινωνικές επιπτώσεις, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των συντάξεων θα είναι στα όρια και κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Είχαμε εκφράσει από τη αρχή την εκτίμησή μας ότι η μείωση των μισθών, η αύξηση της ανεργίας και το χρόνιο πρόβλημα της αδήλωτης εργασίας θα προκαλούσαν ένα αρνητικό σοκ στις εισφορές της κοινωνικής ασφάλισης υπονομεύοντας περαιτέρω τη στασιμότητα και τη βιωσιμότητα του συστήματος. Η βιωσιμότητα του συστήματος εξαρτάται απολύτως από την ανάπτυξη της οικονομίας, την επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας, τη μετάβαση της οικονομίας σε βιώσιμη, σταθερή και διατηρήσιμη ανάπτυξη με απασχόληση και κοινωνική συνοχή. Στην ετήσια έκθεση παρουσιάζονται με στοιχεία, απεικονίσεις διαγράμματα και αριθμούς το τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια των μνημονίων στην χώρα μας. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια πράγματα: Απώλεια μισθών και συντάξεων πάνω από 35% . Ελαστικές μορφές εργασίας 21% το 2009, 57% το 2016. Οι επιχειρησιακές και ατομικές συμβάσεις που έχουν υπογραφεί το 2016 είναι το 94% ενώ μόνο το 6% είναι εθνικές, κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές  συμβάσεις.

Ο δείκτης της απόλυτης φτώχειας σε σχέση με το 2010 έχει αυξηθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες.

Ενώ όσο αφορά την ανεργία κατέχουμε το θλιβερό προνόμιο της πρωτιάς στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό 24% με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική συνοχή της χώρας μας.