Πριν από λίγες ημέρες το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα θα συμμετάσχει, με 246 δημόσια και ιδιωτικά Γυμνάσια από όλη τη χώρα, στην διεθνή έρευναTalis2024 του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) από τις 9 Φεβρουαρίου έως τις 9 Μαρτίου 2026 και θα συμμετάσχουν 246 δημόσια και ιδιωτικά Γυμνάσια (στην Καρδίτσα το 2ο Γυμνάσιο και το Γυμνάσιο Προαστίου), ενώ είχε προηγηθεί πέρσι, πιλοτική φάση με 32 «τυχαία επιλεγμένα» σχολεία..
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΥΠΑΙΘΑ, «πρόκειται για μια διεθνή έρευνα, που καταγράφει το πώς λειτουργούν τα σχολεία, πώς βιώνουν οι μαθητές/τριες την καθημερινότητά τους και πώς διδάσκουν οι εκπαιδευτικοί». Όπως πάντα, η στρογγυλεμένη γλώσσα της κυβέρνησης αποκρύπτει την αλήθεια! Μια προσεκτική ματιά στο ερωτηματολόγιο, στα αποτελέσματα προηγούμενων TALIS σε άλλες χώρες, στην σύνδεσή τους με τη PISA και την αξιολόγηση, αποκαλύπτει περί τίνος πρόκειται.
Το TALIS δεν είναι μια «ουδέτερη» περιγραφική έρευνα. Δεν συλλέγει στοιχεία για να διαμορφώσει πολιτική. Είναι ακριβώς το αντίστροφο. Είναι η εφαρμογή των πολιτικών επιλογών του ΟΟΣΑ στο σώμα των εκπαιδευτικών. Ένας μηχανισμός κατασκευής του συμμορφωμένου, πειθαρχημένου και διαρκώς αξιολογούμενου εκπαιδευτικού. Πώς μπορεί να το πετύχει αυτό ένα «αθώο» ερωτηματολόγιο, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. Με τις ερωτήσεις που θέτει — και κυρίως με αυτές που δεν θέτει — με την επιλογή των δεικτών και τον τρόπο παρουσίασης των «αποτελεσμάτων», νομιμοποιεί πολιτικές.
Η έρευνα αποτελείται από 50 περίπου ερωτήσεις που αφορούν την καταγραφή στοιχείων για: την ενταξιακή εκπαίδευση, τη διαφοροποιημένη διδασκαλία, την χρήση ΤΠΕ στη διδασκαλία, την περιβαλλοντική εκπαίδευση, την βασική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και τις επιμορφώσεις τους, τις εργασιακές και επαγγελματικές τους πρακτικές, τις επαγγελματικές τους αντιλήψεις, την αυτό αποτελεσματικότητά τους, το θεσμικό περιβάλλον διδασκαλίας καθώς και τα χαρακτηριστικά μαθητών/τριών, εκπαιδευτικών και σχολείων. Σκιαγραφείται το μοντέλο των εκπαιδευτικών που έχουν την αποκλειστική ευθύνη για το επίπεδο της παρεχόμενης διδασκαλίας, η οποία πρέπει να «αξιολογείται», είτε με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα, είτε από εξωτερικό «αξιολογητή».
Είναι αξιοσημείωτο ότι στην έρευνα δεν απεικονίζονται οι πραγματικές κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Απουσιάζουν πλήρως ερωτήσεις που αφορούν στις υποδομές, στον αριθμό μαθητών/τριών ανά τάξη ή στο επίπεδο κρατικής χρηματοδότησης. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι «δείκτες» απουσιάζουν εντελώς και από την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας.
Δεν τίθενται ερωτήματα για τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες αλλά ούτε για τις οικογενειακές δυσκολίες που επηρεάζουν άμεσα τη μαθησιακή διαδικασία. Επιπλέον, η έρευνα δεν εξετάζει τη θεσμική στήριξη προς τους/τις εκπαιδευτικούς. Όλα τα παραπάνω δεν εξετάζονται στην έρευνα, όχι φυσικά γιατί δεν αφορούν τις πολύ σύνθετες συνθήκες άσκησης του εκπαιδευτικού έργου, αλλά, γιατί, πολύ απλά, για τον ΟΟΣΑ και τις κυβερνήσεις, δεν επιτρέπεται να γίνεται συζήτηση γι’ αυτά Αντιθέτως, η έρευνα προσανατολίζεται στο να ρίξει όλο το βάρος των προβλημάτων του εκπαιδευτικού συστήματος στους/στις εκπαιδευτικούς.
Μέσα από τις ερωτήσεις αποτυπώνεται ουσιαστικά και το όραμα του ΟΟΣΑ για το σχολείο: η ελαστική εργασία των εκπαιδευτικών θεωρείται δεδομένη, ο/η εκπαιδευτικός μπορεί να πηγαίνει σε πολλά σχολεία, η επιμόρφωση αποτελεί προσωπική ευθύνη και υπόθεση του/της εκπαιδευτικού και του σχολείου, αλλά όχι της Πολιτείας, οι μαθητές/τριες και οι γονείς πρέπει να παρεμβαίνουν στις αποφάσεις του σχολείου, οι εκπαιδευτικοί είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τα μαθησιακά αποτελέσματα και τις επιδόσεις των παιδιών, οι δήμοι εμπλέκονται έμμεσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, δεν θα υπάρχει απαλλαγή του/της εκπαιδευτικού από την αφόρητη διοικητική-γραφειοκρατική εργασία, με την πρόσληψη του απαιτούμενου διοικητικού προσωπικού στο σχολείο. Τέλος, θεωρούνται δεδομένα τα κενά εκπαιδευτικών.
Είναι σημαντικό ότι η έρευνα παίρνει ως δεδομένη την κατηγοριοποίηση σχολείων-εκπαιδευτικών-μαθητών/τριών, αφού μιλάει για σχολεία χωρίς πόρους, σχολεία μεταναστών και προνομιούχα σχολεία, όπου στα τελευταία υπηρετούν οι πιο έμπειροι και καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί, σε αντίθεση με τα πρώτα στα οποία υπηρετούν οι νεότεροι συνάδελφοι. Υπενθυμίζουμε ότι ο κλάδος εδώ και χρόνια αντιστέκεται σθεναρά στην κατηγοριοποίηση που επιχειρείται μέσω της αξιολόγησης.
Το επιχείρημα του ΥΠΑΙΘΑ ότι «θέλει να ακούσει με οργανωμένο τρόπο τη φωνή των εκπαιδευτικών» έχει ακυρωθεί από την ίδια την πρακτική του, αφού αρνείται να συναντηθεί με τις ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών ΟΛΜΕ/ΔΟΕ. Αντιθέτως διώκει όσους/ες αντιδρούν και απειλεί με απόλυση όσους/ες διαφωνούν με την αντιεκπαιδευτική πολιτική του.
Αυτό που βιώνει σήμερα η εκπαιδευτική κοινότητα είναι παρατημένα σχολικά κτήρια, επικίνδυνες εγκαταστάσεις, υποχρηματοδότηση κλπ. Μάλιστα η κυβέρνηση προχώρησε και ένα βήμα παραπάνω με την πλήρη κατάργηση των σχολικών επιτροπών με αποτέλεσμα τον οικονομικό στραγγαλισμό των σχολικών μονάδων, με ότι σημαίνει αυτό για την εκπαιδευτική διαδικασία.
Η αυταρχικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το ΥΠΑΙΘΑ τους/τις εκπαιδευτικούς για άλλη μία φορά αποτυπώνεται ακόμα και στην εγκύκλιο που έστειλε προς τα σχολεία, όπου αναφέρεται ότι «Η συμμετοχή των Διευθυντών/ντριών και των Εκπαιδευτικών είναι υποχρεωτική». Αντιθέτως ο ΟΟΣΑ, στις οδηγίες για τη διεξαγωγή της έρευνας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η συμμετοχή στην έρευνα είναι εθελοντική για όλους τους ερωτηθέντες. Οι ερωτηθέντες έχουν το δικαίωμα να αποσύρουν τη συμμετοχή τους ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της έρευνας»[TALIS 2024 Technical Standards ].
Καταγγέλλουμε αυτούς τους σχεδιασμούς! Το Δ.Σ. ΕΛΜΕ Καρδίτσας καλεί τους/τις συναδέλφους/ισσες, των Συλλόγων Διδασκόντων και τους/τις Διευθυντές/ριες να μην συμμετάσχουν στην συγκεκριμένη έρευνα. Σε περίπτωση που θα δεχτούν πιέσεις για συμμετοχή, τους/τις καλούμε να ενημερώσουν άμεσα την ΕΛΜΕ προκειμένου να παρέμβει.