Τι τύχη και αυτή. Στου παραδείσου της ονειρεμένες ομορφιές, βρέθηκα μισοκοιμισμένος το μεσονύχτι χθες.
Ανθισμένα τοπία, πολύχρωμα φυτά και πουλιά, ευωδιά, κελαηδήματα μεθυστικά, άνθρωποι γαλήνιοι, όλα αρμονικά.
Κοντά μου βρέθηκε θεά με εξωτική ομορφιά και με φως έντυσε τη μέχρι εκείνη τη στιγμή μαύρη μου καρδιά.
Βασάνιζα το θολωμένο μου μυαλό τι να ήτανε το θεσπέσιο πλάσμα αυτό.
Γήινη, νεράιδα, θεά, ή οπτασία ονειρική.
Να της μιλήσω δεν τολμώ, τον εαυτό μου νιώθω τιποτένιο, ελεεινό, πολλές φορές δεν έχω ούτε ένα ευρώ. Η φτώχεια λένε δεν είναι ντροπή, είναι όμως μεγάλη πληγή που υποτάσσει και ευτελίζει τη ζωή.
Σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου, πλησίασε, με άγγιξε στον ώμο και μου ψιθύρισε.
Σε σένα ανήκω , είμαι τόσο λαμπερή, γιατί αντικατοπτρίζω τη δική σου τη ζωή.
-Μα είναι τόσο λιτή…
-Είσαι πλούσιος σε αρετές, ύβρι αποτελεί να θεωρείς τον εαυτό σου τιποτένιο, ελεεινό.
Ξύπνησα με φωτισμένο το μυαλό και είδα πόσο υπέροχα ήταν της ζωής τα ταπεινά και πόσοι άνθρωποι έχασαν το δρόμο ,έχοντας μόνο σαν σκοπό, να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο χρήμα και υλικά αγαθά. Τι.. φτωχοί.
Το τέλος ετούτης της ζωής είναι πολύ κοντά και ο χάροντας θα σας ζητήσει για τον Άδη μονάχα ένα οβολό.
Ο ίδιος εγκατέλειψα τις λίγες προσπάθειες χρήματα να αποκτώ και σαν πέθανα, δεν είχα σαν τον Μένιππο να δώσω στον βαρκάρη τον ένα οβολό και ο Άδης μου κατάσχεσε το παντελόνι το λιτό.
Τι ρεζιλίκι και αυτό, όλος ο κάτω κόσμος γελούσε με γέλιο τρανταχτό.