Η μετριότητα από μόνη της δεν θα μπορούσε να αποτελεί ένα κοινωνικό πρόβλημα. Δεν μπορούν να είναι όλοι εξαιρετικοί και άριστοι σε ένα σύστημα.
Ούτε ασφαλώς είναι λογικό να απαιτούμε κάτι τέτοιο.
Η μετριότητα, ωστόσο, γίνεται πρόβλημα όταν αποκτά εξουσία, οργανώνεται, αυτοπροστατεύεται και, κυρίως, δημιουργεί τους όρους για την ίδια της την αναπαραγωγή.
Και το υπογραμμίζω αυτό, γιατί διαπιστώνω μετά λύπης μου ότι υπάρχει ένα πλέον συνεχές μοτίβο που επαναλαμβάνεται με αξιοσημείωτη συνέπεια στον δημόσιο βίο. Ποιο είναι αυτό;
Οι μέτριοι, λοιπόν, συχνά κάνουν πολύ θόρυβο γύρω από τον εαυτό τους, ακριβώς επειδή πρέπει να υποκαταστήσουν με την εικόνα όσα δεν μπορούν να αποδείξουν με το αποτέλεσμα.
Αναπτύσσουν δίκτυα αλληλοϋποστήριξης (οι λεγόμενες «ομάδες μετρίων») επενδύουν που στρατηγικά επενδύουν στις σχέσεις, στην εύνοια, στην εγγύτητα προς την εκάστοτε εξουσία.
Απέναντί τους, οι πραγματικά ικανοί συνήθως κάνουν κάτι πολύ λιγότερο εντυπωσιακό: σεβόμενοι τον εαυτό τους κάνουν, απλά, τη δουλειά τους.
Και κάπου εκεί αρχίζει η στρέβλωση.
Όταν ένα σύστημα δεν μπορεί να διακρίνει αντικειμενικά τον ικανό από τον ανεπαρκή, τελικά επιβραβεύει εκείνον που γνωρίζει καλύτερα να κινείται μέσα στο σύστημα.
Ο ικανός είτε προσαρμόζεται στους ίδιους κανόνες είτε απογοητεύεται και αποχωρεί. Και η πολιτεία χάνει ακριβώς εκείνους τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να της προσθέσουν αξία.
Το βλέπουμε στην πολιτική, στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στις επιχειρήσεις, στον πολιτισμό, στα πανεπιστήμια, σχεδόν παντού.
Δεν πρόκειται για μία αμιγώς ελληνική ιδιαιτερότητα.
Εκείνο όμως που διαφοροποιεί τις ώριμες κοινωνίες είναι οι θεσμικές άμυνες που διαθέτουν απέναντι στο φαινόμενο.
Και αυτές φαίνεται, δυστυχώς, να υπολειτουργούν στη χώρα μας.
Γιατί η απάντηση στη μετριότητα δεν μπορεί να είναι η αναζήτηση κάποιων «αρίστων» που θα μας σώσουν.
Είναι κάτι πολύ πιο πεζό και πολύ πιο δύσκολο: κανόνες, στόχοι, μέτρηση, αξιολόγηση και λογοδοσία.
Το έχω ξαναγράψει στο παρελθόν και δυστυχώς επιβεβαιώνομαι πλήρως. Η σκέψη, ο λόγος και οι πράξεις της «ομάδας των μετρίων» που καταλαμβάνουν θέσεις και εξουσία, δεν έχουν καμία λογική σειρά. Άλλα σκέπτονται, άλλα λένε και άλλα κάνουν.
Να συμφωνούμε εξαρχής, λοιπόν, τι θέλουμε να πετύχουμε. Να ορίζουμε ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να το πετύχει. Να γνωρίζουμε με ποια κριτήρια θα κριθεί. Και, στο τέλος, να εξετάζουμε αν το πέτυχε.
Ακούγεται αυτονόητο. Στην πράξη είναι σχεδόν επαναστατικό.
Διότι η λογοδοσία χάνει κάθε νόημα όταν οι κανόνες αλλάζουν κάθε φορά που κάποιος αποτυγχάνει να τους υπηρετήσει.
Όταν οι στόχοι μετακινούνται εκ των υστέρων, όταν η αποτυχία βαφτίζεται επιτυχία, όταν η αξιολόγηση εφαρμόζεται επιλεκτικά, όταν ο νόμος διαθέτει τόσα «ναι μεν, αλλά» και τόσα παράθυρα ώστε τελικά να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους.
Δεν μπορείς να δηλώνεις, για παράδειγμα, αμείλικτος απέναντι στην ανεπάρκεια στη δημόσια διοίκηση και ταυτόχρονα να μην έχεις δημιουργήσει έναν αξιόπιστο μηχανισμό που να αναγνωρίζει, να μετρά και τελικά να αντιμετωπίζει αυτή την ανεπάρκεια.
Όπως δεν μπορείς να μιλάς για αξιοκρατία αν δεν είσαι διατεθειμένος να δεχθείς τα αποτελέσματά της ακόμη και όταν δεν σε εξυπηρετούν.
Η πραγματική αξιοκρατία δεν είναι σύνθημα. Είναι ένα σύστημα που περιορίζει τη δυνατότητα της εξουσίας να αποφασίζει κατά το δοκούν και αυτό γίνεται διότι οι μέτριοι και εγκάθετοι σε διάφορες θέσεις δεν υπηρετούν το στόχο και τα συμφέροντα του φορέα που υπηρετούν, αλλά έχουν αρκετοί από αυτούς δημιουργήσει προσωπικές ατζέντες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η δυσκολότερη πολιτική επιλογή: οι κανόνες πρέπει να ισχύουν πρωτίστως όταν μας δυσκολεύουν. Αλλιώς δεν είναι κανόνες. Είναι εργαλεία εξυπηρέτησης.
Ο Μάνος Χατζιδάκις έλεγε ότι όταν η ασχήμια παύει να σε ενοχλεί, σημαίνει ότι έχεις γίνει μέρος της.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη μετριότητα. Όταν τη συνηθίζουμε, χαμηλώνοντας διαρκώς τον πήχη για να χωρέσουν περισσότεροι από κάτω, στο τέλος παύουμε ακόμη και να την αναγνωρίζουμε.
Γι’ αυτό χρειάζεται να είμαστε αμείλικτοι απέναντι στη μετριότητα.
Είναι και δική μας ευθύνη, όλων των υγιώς σκεπτόμενων δρώντων στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, να αποκαθηλώσουμε και να αποβάλλουμε νοοτροπίες που συγκαλύπτουν, την προστατεύουν και τελικά επιβραβεύουν τη μετριότητα, αλλά και εκείνους που με τις πράξεις τους ή τις παραλείψεις τους αποτελούν τροχοπέδη στην οικοδόμηση μιας μεγαλύτερης εικόνας.
Μια εικόνας ισχύος και αξιοπιστίας που υπερβαίνει τα εσκαμμένα των κοντόφθαλμων συμφερόντων και δίνει στη χώρα τις ανάσες που έχει ανάγκη.
Είτε πρόκειται για ανθρώπους, είτε για μηχανισμούς που τη συγκαλύπτουν, την προστατεύουν και τελικά την επιβραβεύουν.
Μια κοινωνία προοδεύει όταν δίνει χώρο στους ικανούς να δημιουργήσουν και κίνητρο στους υπόλοιπους να γίνουν καλύτεροι. Και αυτό απαιτεί ένα αυστηρό αξιακό πλαίσιο: να λέμε όσα εννοούμε, να κάνουμε όσα λέμε και να λογοδοτούμε για όσα τελικά κάναμε.
Για όλους, χωρίς εξαιρέσεις.
Ίσως αυτή να είναι, τελικά, η πιο αποτελεσματική απάντηση στη συνωμοσία των μετρίων.