H ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ εκτιμά ότι η πρόταση ίδρυσης ενός Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας συνιστά ένα ακόμα επικοινωνιακό τέχνασμα της κυβέρνησης με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής πολιτικής της που δεν είναι άλλη από την στρατηγική υπονόμευση της έρευνας στα Πανεπιστήμια και στα Ερευνητικά Κέντρα. Η κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης και έρευνας, εργαλειακά και μόνον. Όμως, η προσπάθεια εξωραϊσμού του θρυμματισμένου τοπίου της επιστημονικής έρευνας είναι ατελέσφορη διότι οι πανεπιστημιακοί και ερευνητές δεν ξεχνούμε:
● Τη μεταφορά, με την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη ΝΔ το 2019, της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ, αργότερα ΓΓΕ Καινοτομίας) από το Υπουργείο Παιδείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης, χωρίς καμία διαβούλευση. Μεταφορά που σηματοδότησε τη διάσπαση της διαχρονικά άρρηκτης σχέσης μεταξύ ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας, υπονόμευσε τη βασική έρευνα σε όλους τους κλάδους, περιόρισε σε βαθμό εξαφάνισης την έρευνα στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες και αποδυνάμωσε τον ερευνητικό ιστό με την αποκοπή των Ερευνητικών Κέντρων από τα Πανεπιστήμια.
● Την καθήλωση της τακτικής δημόσιας χρηματοδότησης της έρευνας στο επίπεδο του 2018. Επιπλέον, δεν ξεχνούμε τη σχεδιασμένη πολιτικά απαξίωση των τεράστιων χρηματοδοτικών εργαλείων που προέκυψαν από Ταμεία της ΕΕ. Ο συνολικός εγκεκριμένος προϋπολογισμός για τις δράσεις Παιδείας και Έρευνας (Component 3.2 του «Ελλάδα 2.0») του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν 1,3 δισ. ευρώ. Είναι γνωστό ότι η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε οξεία κριτική, διότι κατέθεσε έναν από τους χαμηλότερους προϋπολογισμούς «Έρευνας και Ανάπτυξης / R&D» συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Ακόμα όμως και σε αυτό το πλαίσιο, η πραγματική απορρόφηση υπολογίζεται στο 20% με 30% ! Δεν πρόκειται μόνο για πλήρη αποτυχία διαχείρισης λόγω «τεχνικών δυσκολιών» ή εξωτερικών παραγόντων, πρόκειται για πολιτικά σχεδιασμένη επιλογή.
● Την απένταξη προγραμμάτων συνολικής χρηματοδότησης 200 εκατομμυρίων Ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης για τα Πανεπιστήμια (π.χ. πρόγραμμα «Επισκέπτες Καθηγητές / Επισκέπτες Ερευνητές»). Τα εν λόγω προγράμματα είχαν διαφημιστεί ως εμβληματικά για την ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας και πριν ολοκληρωθούν καταργήθηκαν!
● Τις συνθήκες εργασιακής επισφάλειας και την έλλειψη προοπτικών εξέλιξης που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία του ερευνητικού δυναμικού, κυρίως οι νέοι ερευνητές. Tην έλλειψη στήριξης των υποψηφίων διδακτόρων η οποία εκδηλώνεται μέσα από απλήρωτες ή καθυστερημένες συμβάσεις επικουρικού έργου, τη χαμηλή χρηματοδότηση (π.χ. περιορισμένες υποτροφίες ΙΚΥ) και την απουσία ασφαλιστικής/εργασιακής κάλυψης κατά την ερευνητική τους δραστηριότητα. Οι συνθήκες αυτές συνεχώς ενισχύουν, παρά τις βαρύγδουπες κυβερνητικές εξαγγελίες, το φαινόμενο του brain drain.
● Την απαξίωση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) το οποίο βρέθηκε χωρίς πόρους και δυνατότητα προκήρυξης προσκλήσεων για τα έτη 2025 και 2026.
● Την παταγώδη αποτυχία των προγραμμάτων «Trust Your Stars» και άλλων προηγούμενων προκηρύξεων όπου τεκμηριωμένα διαπιστώθηκε μεροληψία στις αξιολογήσεις.
● Το φιάσκο δημιουργίας της «Πολιτείας Καινοτομίας» στις παλιές εγκαταστάσεις του εργοστασίου της ΧΡΩΠΕΙ, το οποίο εξελίχθηκε σε απόλυτο ναυάγιο.
● Τις ηχηρές παραιτήσεις μελών του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ) που διατύπωσαν σοβαρότατες καταγγελίες για «παγερή αδιαφορία» και «απουσία εθνικής στρατηγικής» στην επιστημονική έρευνα.
Η ίδρυση ενός Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας δεν πρόκειται να θεραπεύσει από μόνη της την πάγια πολιτική απαξίωσης των δημόσιων Ερευνητικών Κέντρων και των δημόσιων Πανεπιστημίων που υπηρετεί η ΝΔ. Η συζήτηση για ένα ξεχωριστό Υπουργείο και για τη σύνδεση έρευνας-παραγωγής διεξάγεται με όρους παρωχημένων μοντέλων της δεκαετίας του 1960 («τεχνολογική ώθηση»), παρά τη χρήση σύγχρονης ορολογίας («clusters, οικοσυστήματα»). Εξάλλου, το βασικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι η έλλειψη έρευνας, η οποία είναι σημαντική και υψηλής ποιότητας παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες. Το πρόβλημα έγκειται στην αξιοποίηση της έρευνας στη βιομηχανική παραγωγή προς όφελος της κοινωνίας και της εθνικής οικονομίας. Παρότι υπάρχουν αξιόλογες εξαιρέσεις, το συντριπτικό μέρος του ιδιωτικού εγχώριου κεφαλαίου διακατέχεται από μεταπρατικό και προσοδοθηρικό χαρακτήρα και αδιαφορεί για την επένδυση και την αξιοποίηση της επιστημονικής έρευνας. Η ευθεία σύνδεση με την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (startups, spinoffs, ΕΛΚΑΚ-Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας, κλπ.), απειλεί να καταστήσει τις στρεβλώσεις της αγοράς και της εγχώριας βιομηχανίας σε υπέρτατο ρυθμιστή των σχετικών ερευνητικών πολιτικών και στρατηγικών. Όποια συζήτηση για τη δημιουργία spinoffs, startups, κλπ. αναμφίβολα πρέπει να διεξαχθεί μέσα σε συγκεκριμένο και αυστηρό θεσμικό πλαίσιο και με κανόνες προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, του πανεπιστημίου και της κοινωνικής αποστολής του.
Η ανάδειξη της καινοτομίας ως αυτοσκοπού μοιραία καταλήγει στην προώθηση ελάχιστων κλάδων της εφαρμοσμένης έρευνας, κάποιων κλάδων της πολεμικής τεχνολογίας και των επονομαζόμενων τεχνολογιών διττού σκοπού, οδηγώντας όλες τις άλλες ερευνητικές δράσεις σε υποχρηματοδότηση και μαρασμό. Τέτοια πορεία όμως συνεπάγεται την εργαλειοποίηση των Πανεπιστημίων και των Ερευνητικών Κέντρων για στρατιωτικούς σκοπούς (π.χ. ReARM Europe) και τη διανομή των ερευνητικών πόρων σε «μεγάλα μαγαζιά» που στην πραγματικότητα δεν παράγουν έρευνα. Συνακόλουθα, η πορεία αυτή στερεί τη χώρα κάθε προοπτική για μακροπρόθεσμη στρατηγική επένδυση στη βασική και ρηξικέλευθη έρευνα, η οποία για να είναι αποτελεσματική δεν θα πρέπει να ετεροκαθορίζεται από την αγορά.
Η επιλογή μηχανιστικής σύνδεσης της ακαδημαϊκής έρευνας με τη βιομηχανική καινοτομία, στερείται στοιχειώδους ρεαλισμού. Διότι μόνον ρεαλιστικό δεν είναι να αναμένεται ότι θα καλυφθεί το έλλειμμα της καινοτομικής δραστηριότητας στην παραγωγή από την υπαγωγή των Πανεπιστημίων και Ερευνητικών Κέντρων σε ένα Υπουργείο που θα λειτουργεί με γνώμονα το βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό και τις «ανάγκες» μιας βιομηχανίας που αδυνατεί να επενδύσει στο μέλλον της. Το αναμενόμενο αποτέλεσμα θα είναι τόσο η υπονόμευση της υψηλού επιπέδου έρευνας στα δημόσια Πανεπιστήμια όσο και η παράταση της δομικής αδυναμίας του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου. Η πολιτική της κυβέρνησης δείχνει άγνοια, προχειρότητα και είναι επικίνδυνη για το δημόσιο Πανεπιστήμιο και υπονομευτική για την προοπτική αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου.
Επιπλέον, η ίδρυση ενός ξεχωριστού και αυτόνομου Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας για τους σκοπούς που επιδιώκει η κυβέρνηση, αποκόπτει την τριτοβάθμια βαθμίδα του εκπαιδευτικού μας συστήματος από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, εντείνοντας τη μεθοδευμένη υποβάθμιση της διδασκαλίας έναντι της έρευνας, κάτι που ήδη αποτυπώνεται στους τρέχοντες δείκτες αξιολόγησης. Η έρευνα όμως είναι συνδεδεμένη άμεσα με τον εκπαιδευτικό ρόλο και τη δράση των Πανεπιστημίων σε μια σχέση αμφίδρομη και αδιάσπαστη. Τέλος, ο κεντρικός έλεγχος της έρευνας από το Υπουργείο θα σημάνει την περαιτέρω μείωση του αυτοδιοίκητου των Πανεπιστημίων, όπως ήδη συμβαίνει με την προσάρτηση της έρευνας στο Υπουργείο Ανάπτυξης, μέσω της επιβολής κεντρικών κατευθύνσεων και οδηγιών για τις θεματικές και τις διαδικασίες της έρευνας.
Η εύλογη ανησυχία της πανεπιστημιακής κοινότητας είναι ότι με την ίδρυση ενός ξεχωριστού Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας, η κυβέρνηση επιδιώκει να καθυποτάξει ολοσχερώς την έρευνα, τώρα και τη διδασκαλία, επομένως συνολικά την τριτοβάθμια/ανώτατη εκπαίδευση, στην επιχειρηματικότητα, στην «αγορά», στις μικρές και μεγάλες δουλειές. Η πραγματική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι το νέο Υπουργείο να λειτουργήσει ως ένας κρατικός υπεργολάβος που θα διαχειρίζεται εθνικά και κοινοτικά ερευνητικά κονδύλια προς όφελος των ιδιωτικών επιχειρήσεων και της αγοράς.
Η εναλλακτική πρόταση
Η ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ανέκαθεν υποστήριζε τον ενιαίο χώρο εκπαίδευσης και έρευνας. Η ίδρυση νέου Υπουργείου δεν αποτελεί από μόνη της λύση, ούτε για τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ούτε για αυτά της έρευναςικητική δομή προταθεί οφείλει να στηρίζει το τρίπτυχο Παιδεία-Εκπαίδευση-Έρευνα. Οι προϋποθέσεις αυτές ικανοποιούνται από ένα Υπουργείο Παιδείας & Έρευνας με τρία διακριτά χαρτοφυλάκια: (α) Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, (β) Τριτοβάθμιας (ή Ανώτατης) Εκπαίδευσης και Έρευνας με την επιστροφή της ΓΓΕΚ σε αυτό το χαρτοφυλάκιο και (γ) Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης.
Διεκδικούμε:
· Αύξηση του Τακτικού Προϋπολογισμού και του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων των ΑΕΙ και προσλήψεις ΔΕΠ, μόνιμων Ερευνητών και λοιπού προσωπικού βάσει των πραγματικών αναγκών των Πανεπιστημίων και των Ερευνητικών Κέντρων.
· Αύξηση της τακτικής δημόσιας χρηματοδότησης της έρευνας σε όλους τους κλάδους της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών, τουλάχιστον στα επίπεδα των ευρωπαϊκών μέσων όρων. Σταθερό ετήσιο κύκλο προκηρύξεων ερευνητικών προγραμμάτων μέσω του ΕΛΙΔΕΚ. Ειδική μέριμνα για τη χρηματοδότηση της βασικής έρευνας και της έρευνας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες και σε κρίσιμα ερευνητικά πεδία (ανισότητες, περιβάλλον, δημόσια υγεία, δικαιώματα).
· Στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος χρόνου για την έρευνα, με γνώμονα τον θεσμικό διάλογο με τα Πανεπιστήμια και τις κοινότητες των ερευνητών.
· Θεσμοθέτηση διαδικασιών ενίσχυσης του ενιαίου χώρου έρευνας και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μέσω δυνατοτήτων εκατέρωθεν κινητικότητας του προσωπικού.
· Μείωση της εξοντωτικής γραφειοκρατίας (ΕΛΚΕ, ΕΘΑΑΕ) που στοχεύει στον έλεγχο και την πειθάρχηση των ερευνητών, κατάργηση των διατάξεων νομικής υπερρύθμισης της λειτουργίας των ΑΕΙ.
· Πλήρη δημόσια χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών σπουδών και κατάργηση διδάκτρων στα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών.
· Ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης των διδακτορικών σπουδών μέσω υποτροφιών του ΙΚΥ και δημιουργίας εσωτερικών υποτροφιών πανεπιστημίων.
· Θεσμικό πλαίσιο με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα για όλους τους συμβασιούχους ερευνητές/ήτριες.
· Αποσύνδεση της ερευνητικής δραστηριότητας από στρατιωτικούς σκοπούς και αντίστοιχα προγράμματα, όπως το «Rearm Europe».
· Καμία εμπλοκή ελληνικών ιδρυμάτων και φορέων έρευνας με Ισραηλινά συμφέροντα και ιδρύματα.