Eξήντα χρόνια ζεις σε ξένη χώρα πολύ μακρινή, της νιότης μου πρώτε έρωτα και μου μήνυσες πως θα ρθεις να με δεις. Θα πρέπει να βιαστείς, ο χρόνος μου τελειώνει.
Η σκέψη πως δεν θα σε δω για ύστατη φορά, το μυαλό μου θολώνει και την ψυχή μου φαρμακώνει.
Πάρε μαζί σου τα κάλλη σου τα λαμπερά και μην τα λησμονείς .Το αγαλματένιο σου παράστημα, το βλέμμα σου που καθηλώνει, το πρόσωπο το ιλαρό, το μαλλί σου
το σγουρό και το χαμόγελο το λαμπερό που την κάθε θλίψη εξαυλώνει.
Πρώτε μου έρωτα μην αργείς, γοργά να έρθεις να με δεις, ο χρόνος μου τελειώνει .
Νοερά να ξαναζήσουμε στιγμές ,που η θύμηση τους τα γηρατειά και τα δεινά τους ξαλαφρώνει.
Και όπως κάθομαι ένα απόγευμα στο σπίτι ,στο μπαλκόνι ,ένας περαστικός γεράκος φαλακρός , ανήμπορος , κυρτός ,το βλέμμα σε μένα το καρφώνει ,μου λέει ποιος είναι και ποια ψάχνει για να βρει.
Θόλωσα στη στιγμή και του απαντάω με σιγανή φωνή . Αν ήρθες για το στερνό αντίο είναι αργά . Πέθανε εχθές ορθή και λυγερή , σαν νέα να την θυμάσαι ,δεν είχε αλλάξει και πολύ .
Καλό σου ταξίδι ,γέροντα ταξιδευτή .