Η Αντιπεριφερειάρχης Μαγνησίας και Σποράδων Άννα – Μαρία Παπαδημητρίου, συνοδευόμενη από την Προϊσταμένη της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης του Προγράμματος «Θεσσαλία» 2021-27 Πολυτίμη Γραββάνη, εκπροσώπησε τον Περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα σε συνάντηση ενημέρωσης και εργασίας με τους Περιφερειάρχες που συγκάλεσε ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, με θέμα το «Νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034: Προκλήσεις και Ευκαιρίες». Στη συνάντηση συμμετείχαν επίσης ο Υφυπουργός στον Πρωθυπουργό Θανάσης Κοντογεώργης, ο Επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού Μιχάλης Αργυρός και ο Ειδικός Σύμβουλος του Αντιπροέδρου Κωστής Μουσουρούλης.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 28 Απριλίου 2026 στο Μέγαρο του Ιδρύματος Μποδοσάκη στην Αθήνα. Αντικείμενό της ήταν ο συντονισμός της εθνικής διαπραγματευτικής στρατηγικής ενόψει του νέου μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απότον οποίο θα χρηματοδοτηθεί και η Πολιτική της Συνοχής από το 2028 και μετά, δηλαδή το νέο «ΕΣΠΑ». Τα Προγράμματα του νέου «ΕΣΠΑ» προτείνεται να αλλάξουν δομή και κανόνες διαχείρισης, με τις αποφάσεις για την τελική μορφή τους να αναμένονται το 2027, μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις σε επίπεδο τόσο Κράτους – Μέλους όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, σε ταύτιση με τις θέσεις της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝΠΕ), επισημαίνει την αναγκαιότητα διατήρησης και ενίσχυσης των κονδυλίων της Πολιτικής Συνοχής, που αποτελεί το βασικό χρηματοδοτικό μέσο για την ανάπτυξη των Ελληνικών Περιφερειών και τη σύγκλισή τους με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Επισημαίνει επίσης την αναγκαιότητα διατήρησης της Περιφερειακής Διάστασης στο νέο Εθνικό και Περιφερειακό Σχέδιο Εταιρικής Σχέσης, καθώς και της αποκεντρωμένης διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων απευθείας από τις Περιφέρειες.
Οι Περιφέρειες έχουν πλέον αποδείξει, μέσα από τη διαδοχική υλοποίηση των Περιφερειακών Προγραμμάτων (ΠΕΠ), ότι μπορούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά και στοχευμένα τους Ευρωπαϊκούς Πόρους, με βάση τις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων τους, τις οποίες οι τοπικοί φορείς γνωρίζουν καλύτερα.
Εκφράζει, συνεπώς, την αντίθεσή της σε μία «εθνικοποίηση» της Πολιτικής της Συνοχής, τονίζοντας τη σημαντικότητα των πολιτικών που βασίζονται στην τοπική προσέγγιση, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιοχής και την ενεργή εμπλοκή των Περιφερειακών και τοπικών αρχών στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των κατάλληλων έργων και δράσεων.













