Απ’ άκρου σε άκρο της χώρας σήμερα δε συναντάς παρά αντιδράσεις απέναντι στις τεράστιες και μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές καταστροφές των ΑΠΕ, με το αφήγημα των τελευταίων για τη μέσω αυτών «σωτηρία του πλανήτη» να καταρρέει, εξαιτίας της διαπιστωμένης και στην πράξη, πλέον, αδυναμίας τους να παράσχουν ενεργειακή αυτάρκεια και αυτονομία και να μας απαλλάξουν, έτσι, από την πολυπόθητη χρήση ορυκτών καυσίμων. Φορείς και πολίτες, με τη συντριπτική πλειοψηφία των αυτοδιοικητικών αρχών στο πλευρό τους, αντιλαμβανόμενοι πλήρως τις καταστρεπτικές συνέπειες της επέκτασης των ΑΠΕ για τον τόπο τους, ορθώνουν αποφασιστικά ανάστημα και προσπαθούν να προβάλουν κάθε εφικτό εμπόδιο για την αποτροπή τους.
Στον αντίποδα, βέβαια, τα αντίστοιχα συμφέροντα, που εδώ και χρόνια λυμαίνονται το χώρο της ενέργειας και που, συνεπικουρούμενα και από τις πολιτικές όλων, σχεδόν, των πολιτικών κομμάτων για τις ΑΠΕ, συναγωνίζονται ποιο θα επιφέρει τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική καταστροφή, με πρόσχημα, πάντα, τη «σωτηρία» του πλανήτη.

Έτσι, πλήθος ανεμογεννητριών, μέχρι και διακοσίων (200) μέτρων ύψος, έχουν αδειοδοτηθεί και συνεχίζουν να αδειοδοτούνται στις βουνοκορφές της χώρας μας, παντελώς άναρχα, ανεξαρτήτως υψομέτρου, προστατευόμενων ή μη περιοχών.
Μικρά υδροηλεκτρικά κατακλύζουν σχεδόν κάθε ορεινό ρέμα ή ποτάμι, με εκτροπές των νερών από τις κοίτες για μήκος πολλών χιλιομέτρων χάριν πενιχρότατης ενέργειας και με «άδειες χρήσης νερού» υπέρ των ιδιωτών επενδυτών του χώρου.
Πλήθος, ακόμα, φωτοβολταϊκών σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή σε ενεργούς βοσκότοπος, που σταδιακά οδηγούν σε εγκατάλειψη της παραγωγής και σε μεταβολή κι αυτού του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου.
Κι όλ’ αυτά κάτω από πλήρη αδιαφορία για τις αρνητικές επιπτώσεις των φαραωνικού τύπου επεμβάσεων στο περιβάλλον και της μη αναστρέψιμης μετάλλαξης του τοπίου, που εξαιτίας τους προκαλείται. Κάτω από πλήρη αδιαφορία για τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα ή στην ανθρώπινη υγεία αλλά και για τη δέσμευση του φυσικού μας πλούτου (βουνά, φύση, παραγωγική γη, νερό), που αναμφίβολα αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας.
Εθελοτυφλώντας μπροστά στην ενεργειακή εξάρτηση που οι ΑΠΕ προκαλούν, εξαιτίας της «στοχαστικής» παραγωγής τους (εξαρτώμενης πλήρως από την ύπαρξη και την ένταση αέρα, ηλιοφάνειας ή νερού), που καθιστά απαραίτητη για την ασφαλή ηλεκτροδότησή μας την παράλληλη χρήση συμβατικών καυσίμων για τη λειτουργία των «μονάδων βάσης», και παραβλέποντας την αδυναμία,κατ’ επέκταση,των ίδιων πηγών ενέργειας να εγγυηθούν από μόνες τους μια ασφαλή«ενεργειακή μετάβαση», όπως ορισμένοι υπόσχονται. Αναπόφευκτη, έτσι, και η ανοχή – αν και διακριτικά αποσιωπούμενη – στη συνέχιση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, όπως του εισαγόμενου και πανάκριβου φυσικού αερίου ή του εγχώριου λιγνίτη, τα οποία συγκεκριμένα ολιγαρχικά συμφέροντα σήμερα εκμεταλλεύονται, για να καλύψουν τα προβλήματα που προκαλεί στο ενεργειακό μας σύστημα η στοχαστική παραγωγή των ΑΠΕ, τις οποίες τα ίδια προωθούν. Συμφέροντα που απολαμβάνουν, παράλληλα, και τις παχυλές υπέρ των ΑΠΕ επιδοτήσεις από το υστέρημα του ελληνικού λαού.
Χαρακτηριστική, ακόμα, η απουσία οποιουδήποτε ενεργειακού σχεδιασμού, με αποτέλεσμα την αδειοδότηση υπερπολλαπλάσιων των αντίστοιχων αναγκών μας έργων ΑΠΕ, που σήμερα, μεταξύ πολλών άλλων και υπό τον κίνδυνο μπλακάουτ, οδηγεί στην ανάγκη απόρριψης από το Δίκτυο σημαντικής ποσότητας παραγόμενης απ’ αυτές ενέργειας, που κοστίζει πανάκριβα στον καταναλωτή.
Χωρίς να διδασκόμαστε τίποτα από την αποδεδειγμένη στην πράξη αδυναμία των ΑΠΕ να μας απαλλάξουν, όπως ήδη ειπώθηκε, από τα ορυκτά καύσιμα και να συμβάλουν έτσι, έστω στοιχειωδώς, στη μείωση της θερμοκρασίας του πλανήτη, όπως για δεκαετίες ολόκληρες επιδιώκεται με όχημα και τη δική τους χρήση.
Και, τέλος, χωρίς να δίνεται μέχρι σήμερα η δέουσα σημασία στις αναπόφευκτες συνέπειες από την εγκατάλειψη της υπαίθρου και της πρωτογενούς παραγωγής, εξαιτίας της εγκατάστασης και λειτουργίας των έργων ΑΠΕ. Χωρίς να δίνουμε σημασία στις επιπτώσεις στον τοπικό τουρισμό, στις τοπικές οικονομίες, στην απώλεια της επισιτιστικής αυτάρκειας, που αυτές προκαλούν. Συνέπειες και επιπτώσεις που επέρχονται από τα χιλιάδες παραχωρημένα σε ιδιώτες και καλυμμένα/ με φωτοβολταϊκά στρέμματα παραγωγικής γης και ενεργών βοσκότοπων, τα «παραχωρημένα” σε ιδιώτες αντίστοιχα στρέμματα δημόσιων εκτάσεων για την εγκατάσταση και λειτουργία ανεμογεννητριών ή τις εκατοντάδες «άδειες χρήσης νερού» και πάλι σε ιδιώτες για «παραγωγή ενέργειας» από μικρά υδροηλεκτρικά.
«Όποιος θέλει νερό για τον κήπο του, τώρα πρέπει να έρθει σε μένα, γιατί εγώ έχω τώρα τα δικαιώματα», μας λένε οι κάτοχοι «αδειών χρήσης νερού» επίδοξοι «επενδυτές» μικρών υδροηλεκτρικών, με ότι τούτο μπορεί να συνεπάγεται για το χαρακτήρα του νερού ως φυσικού και δημόσιου αγαθού. «Προτεραιότητα έναντι της χρήσης νερού για παραγωγή ενέργειας έχουν μόνο ‘νόμιμα υφιστάμενα δικαιώματα’», διαβάζουμε στις περιβαλλοντικές άδειες (ΑΕΠΟ) αντίστοιχων έργων, δεδομένο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι, τουλάχιστο μετά τη σύσταση του Εθνικού Μητρώου Σημείων Υδροληψίας (Ε.Μ.Σ.Υ.) και τις υποχρεώσεις που η αντίστοιχη νομοθεσία έθεσε, «νόμιμο» δικαίωμα άρδευσης σε ορεινές περιοχές (ή και άλλης χρήσης νερού στην παραγωγική διαδικασία) είναι εξαιρετικά σπάνιο να συναντήσουμε σήμερα.
Προσθέστε στα παραπάνω την πρωτοφανή, ποικιλότροπη και σε όλα τα μέτωπα επίθεση που δέχεται στη χώρα μας αλλά και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. η πρωτογενής παραγωγή (μέχρι και τα …αέρια των αγελάδων καταστρέφουν, λένε κάποιοι, τον πλανήτη), τις συμφωνίες mercosur και όλα τα συναφή, που κάθε τόσο ακούμε και διαβάζουμε, και προβληματιστείτε, αναλογιζόμενοι και ότι βασικά είδη διατροφής και επιβίωσής μας δε φυτρώνουν και ούτε παράγονται στα supermarkets ή στα μανάβικα, απ’ όπου εύκολα τα προμηθευόμαστε. Μέχρι τώρα, βέβαια….
Γιώργος Δ. Καραβίδας,
Νομικός, Υποστράτηγος ε.α. (ΝΟΜ), ιδρυτικό μέλος Δικτύου Φορέων και Πολιτών για την Προστασία των Αγράφων και μέλος λοιπών περιβαλλοντικών κινημάτων, πρ. Δημοτικός Σύμβουλος και αντιπρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Μουζακίου Καρδίτσας.













