Καρδερίνες, λούγαρα, φλώροι, φανέτα, κοτσύφια, τσίχλες και άλλα πολλά. Το Γενάρη με το χιόνι φάνηκε ένας κότσυφας στην αυλή, κάθισε σε μια μηλιά και άρχισε να σιγοτραγουδά.
Ολόμαυρος στο φτέρωμα, με κίτρινο ράμφος, έλαμψε την μαυρισμένη μου
καρδιά.
Κρυστάλλινη , μαγευτική φωνή ,
βάλσαμο και στων πονεμένων τη ψυχή .
Κελαηδάει ο κότσυφας στα βουνά , ακόμη
και πετώντας όταν ένα ξέφωτο διαπερνά .
Ωδικό πτηνό που μας ομορφαίνει τη ζωή ,
μα όμως , τι τραγικό , στον κάμπο το
βλέπουν σαν θήραμα πολλοί.
Μπήκα στο σπίτι να πάρω λίγους σπόρους να
ταίσω το πεινασμένο πουλί ,όμως σαν βγήκα ,
η πρόσκαιρη αγαλλίαση που ένιωσα ,
έγινε πόνος στη ψυχή .
Αντίκρυσα τον κότσυφα πεσμένο στο έδαφος
νεκρό ,χτυπημένο από αεροβόλο όπλο φονικό.
Σκοτώνουμε ότι μας ομορφαίνει τη ζωή και την
κάνουμε μαύρη και οδυνηρή.
Τι ντροπή .













