Τη θάλασσα αγνάντευα και τη σιγομιλούσα . Και όσο την κοίταζα μακριά, εκεί που ο ουρανός την ακουμπά, την έβλεπα σαν μια θεά και θαύμα της ζητούσα .
Θάλασσα, θεά της γαλήνης είσαι, δείχνεις σαν γλυκοκοιμισμένη, σαν δεν σε δέρνουν άνεμοι, άγριοι , μανιασμένοι .
Πνίξε τον πόνο μου σε παρακαλώ, μέρωσε την ψυχή μου , με τη γλυκιά την αύρα σου δώστης πνοή και τέρψη και σε ήρεμα πελάγη σου στείλτην να σεργιανέψει.
Και εκείνη μ΄ αφουγκράστηκε και είδε βαθιά πονούσα .
Με κάλεσε κοντά της και με ένα κύμα τρομερό με άρπαξε και μου είπε να μην φοβηθώ , τον πόνο σου θέλω να πνίξω και την ψυχή σου ν΄ ανανήψω .
Με πήγαινε μια στο βυθό ,την άλλη στον αφρό σαν το φελλό ,έρμαιο όπως στη ζωή ,στα ονείρατα θεριό.
Κάποια στιγμή με ρώτησε ,κουράστηκες ;
Όχι μα συνεχίζω να πονώ ,κράτα με πιότερο στο βυθό .
Εμούγκρισε η θάλασσα ,αγρίεψε το κύμα και ο ίδιος βρήκα αιώνια γαλήνη , στο υδάτινο το μνήμα .













