ΚΑΡΠΟΧΩΡΙ «ΓΚΕΡΜΠΕΣΙ» ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ: Επισκέψεις σε γιορτές πριν 55 χρόνια


Στη δεκαετία του ’50 η ζωή των ανθρώπων στο χωριό, ήταν πάρα πολύ κουραστική. Ο θέρος, ο κουβάλος, το αλώνισμα, τους ανάγκαζαν πολλές φορές να φεύγουν νύχτα από τα σπίτια τους και νύχτα να γυρίζουν. Η μονοκαλλιέργεια μόνο σε δημητριακά τους είχε καταδικάσει στη φτώχεια και εξαναγκάσει να στέλνουν τα παιδιά τους «καλφάδες» τσοπάνηδες σε άλλα χωριά.

Μετά το σεισμό το 1954, οι νέοι και οι μεσήλικες πήγαιναν στους Σοφάδες και δούλευαν εργάτες στην οικοδομή. Με τα λίγα χρήματα που έπαιρναν απ’ τη δουλειά τους έβαζαν στην «άκρη» ορισμένα απ’ αυτά για να πάνε για διασκέδαση, κυρίως στα πανηγύρια. Το διπλανό χωριό Δελή – Βελή (Πτελοπούλα) πανηγυρίζει στις 6 Δεκεμβρίου. Γιορτάζει ο Άγιος Νικόλαος ο «παππούς» όπως τον αποκαλούσαν. Τον έλεγαν έτσι για να τον ξεχωρίζουν από τον δικό μας Άγιο Νικόλαο το Νέο του εν Βουνένοις.

Οι έξι νεαροί αποφάσισαν να πάνε στο πανηγύρι με τα ποδήλατα, παρ’ όλο που ο καιρός ήταν άστατος και βροχερός. Βρέθηκαν όλοι, όπως είχαν συμφωνήσει, σε καφενείο της πλατείας του χωριού. Ο καιρός όμως χειροτέρεψε και η βροχή δυνάμωσε. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αναγκάστηκαν να ματαιώσουν την επίσκεψη στο πανηγύρι.

«Καλύτερα να πηγαίναμε χθες παραμονή», είπε ο Κώστας. «Ναι, αλλά δεν πήγαμε και το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε τώρα». Ο Σωτήρης πρότεινε να αφήσουν τα ποδήλατα στο καφενείο και να πάνε επισκέψεις στους Νικολάδες που γιόρταζαν. «Συμφωνώ να πάμε στους Νικολάδες», λέει ο Φώτης, «δεν συμφωνώ να αφήσουμε εδώ τα ποδήλατα, γιατί κάθε φορά που αφήνω εδώ το ποδήλατο, όταν το παίρνω είναι πάντα ξεφούσκωτο, και πολλές φορές λείπουν και οι βαλβίδες με τα λαστιχάκια».

Πήγαν τα ποδήλατα στα σπίτια τους και βρέθηκαν όλοι στο σπίτι του φίλου τους του Νίκου που γιόρταζε. Το σπίτι του Νίκου αποτελούνταν από ένα μεγάλο δωμάτιο, και κάτι σαν χωλ που είχε «μπουχαρί» μεγάλο να χωράει γάστρα να ψήνουν ψωμί.

Τους υποδέχτηκαν ο πατέρας του Νίκου, ο κυρ Θωμάς και η μάνα του η κυρά Μαρία. «Όλοι τσίπουρο θα πιείτε, έτσι δεν είναι;» Αφού δεν τους άφησε άλλη επιλογή, συμφώνησαν όλοι να πιουν τσίπουρο. Τους σερβίρει η κυρά Μαρία το τσίπουρο, τους πάει και στραγάλια για μεζέ, και τά ’βαλε στην τάβλα. Σταματούσαν όλοι τους όρθιοι διότι δεν υπήρχε τραπέζι με καθίσματα.

Ο Τάκης ήταν κουρασμένος, ήπιε και ένα ρακοπότηρο τσίπουρο, και βάραιναν τα μάτια του. Στο μπουχαρί «τζάκι» του δωματίου, από την εσωτερική πλευρά ήταν κρεμασμένο ένα γκαζοκάντηλο που έριχνε ένα αμυδρό φως.

Ο κυρ Θωμάς είπε ότι έσπασε το λαμπόγιαλο της λάμπας γι’ αυτό έχουν απόψε το γκαζοκάντηλο. Ο Λάκης που σταματούσε όρθιος, όπως όλοι, είδε πως λίγο πιο πέρα, κοντά στη γωνία του δωματίου υπήρχε ένα σεντούκι (μπαούλο). Αφού πλησίασε έκατσε, επάνω σ’ αυτό για να ξεκουραστεί.

Τον βλέπει ο κυρ Θωμάς, ο οικοδεσπότης, και γίνεται «έξω φρενών». Άρχισε να τον βρίζει ουρλιάζοντας… «Σήκω πάνω ρε ηλίθιε… κάθεσαι πάνω στο ζυμωμένο ψωμί». Σηκώθηκε ο Λάκης τρομαγμένος, τον ακολούθησαν και όλη η παρέα και άρχισαν ένας – ένας, να βγαίνουν από την πόρτα και ούτε χρόνια πολλά δεν ευχήθηκαν φεύγοντας.

Μόλις βγήκε από το σπίτι και ο τελευταίος επισκέπτης, λέει η μάνα του Νίκου. «Α, ρε Θωμά… δεν έπρεπε να τον βρίσεις έτσι τον Λάκη… Είδες, παρεξηγήθηκαν….

«Αμπάρωσε την πόρτα, και σβήσε το καντήλι, κάνε μου τη χάρη και μη μου ζητάς εξηγήσεις, γιατί ξέρεις τι θα συμβεί…», λέει ο Θωμάς.

«Να την κλείσω την πόρτα και να σβήσω το φως, αλλά αν έρθουν κι άλλοι τι θα γίνει…» «Άμα έρθουν κι άλλοι και δουν ότι δεν έχουμε φως θα φύγουν!…». «Να φύγουν», αγρίεψε ο Θωμάς, «κι άμα φύγουν τι θα γίνει δηλαδή; Λες και γιορτάζουμε τον πρίγκηπα απόψε εδώ…».

Φεύγοντας η παρέα από το σπίτι του φίλου τους του Νίκου άρχισαν να εξετάζουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε, και ποιος έφταιγε. «Ο Λάκης έφταιγε που κάθησε επάνω στο ζυμωμένο ψωμί!…», λέει ο Φώτης. «Και θες να ήξερε», πετάχτηκε και είπε ο Σωτήρης, «ότι είχε ζυμωμένο ψωμί τέτοια ώρα η μάνα του Νίκου;»

Αποφάσισαν να πάνε επίσκεψη και στον άλλο φίλο τους το Νίκο που γιόρταζε, και επειδή είχε λάσπες ο δρόμος είπαν να πάνε από την περιφέρεια.

Έφθασαν στο σπίτι του Νίκου. Εδώ τους υποδέχθηκαν πιο φιλικά. Τους έδωσαν τρία καρεκλάκια και κάθησαν οι μισοί. Τους κέρασαν τσίπουρο με μεζέ στραγάλια, αλλά είχαν και ψαράκια σαρδέλες εδώ, λίγες ήταν μετρημένες στο πιάτο, αλλά έφθαναν να πάρουν από μία ο καθένας.

Σηκώθηκαν όλοι τους να φύγουν, ευχήθηκαν χρόνια πολλά και βγήκαν έξω από το σπίτι. Πίσω από το σπίτι που ήταν σύνορο με την περιφέρεια είχε μια πολύ μεγάλη γούρνα «λάκκα» με βάθος δύο μέτρα, και ήταν γεμάτη με νερό.

Ο αδερφός του Νίκου, Αλέκος προκειμένου να οδηγήσει με ασφάλεια τους επισκέπτες στο δρόμο παίρνει αναμμένο το γκαζοκάντηλο να φωτίσει το μέρος για να μην πέσουν οι επισκέπτες στη γούρνα. Το κρατούσε με σηκωμένο το χέρι ψηλά και τους έλεγε να προσέξουν.

Ένας της παρέας λέει στον διπλανό του. «Θέλεις να ρίξω τον Αλέκο στη γούρνα; Κοίτα και θα δεις…» «Αλέκο, φωνάζει, φέξε καλά προς τα εδώ γιατί δεν βλέπουμε…».

Ο Αλέκος που ήθελε να βοηθήσει τους επισκέπτες έκανε τα αδύνατα δυνατά. Δεν πρόσεξε όμως και βρέθηκε ο ίδιος μέσα στη «γούρνα» με το νερό, και με το χέρι σηκωμένο να κρατάει το γκαζοκάντηλο αναμμένο.

«Πω!.. Πω!..», άρχισαν να λένε όλοι τάχα ότι λυπήθηκαν τον Αλέκο που έπεσε στη «γούρνα», ενώ είχαν σκάσει στα γέλια.

Για να βγάλουν τον Αλέκο πήραν την «Αξάλη» (δίμετρο ξύλο που κεντούσαν τα βόδια στο χωράφι). Την έπιασε τη μία άκρη ο Αλέκος, έφθασε κοντά στο γερό μέρος και έτσι τον τράβηξαν έξω.

Τι να πεις… Έτσι ήταν τότε στο χωριό η κατάσταση, το 1959.

Προηγούμενο άρθρο Πρόσκληση για εθελοντική προσφορά απευθύνει ο Ερυθρός Σταυρός
Επόμενο άρθρο ΛΙΓΟ ΓΕΛΙΟ