Ειδήσεις

Ο βουλευτής Σπύρος Λάππας για τον νέο Ποινικό Κώδικα


Τελευταία παρατηρείται στον δημόσιο λόγο και στα κυρίαρχα ΜΜΕ συχνή αναφορά στους ποινικούς κώδικες που ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση του Σύριζα και ισχύουν από την 1η Ιουλίου 2019.
Η ενασχόληση με τους ποινικούς κώδικες και υπό γενικότερη έννοια την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στη χώρα μας γίνεται κατ’ αρχήν από τους «ειδικούς» επιστήμονες (εκπροσώπους του δικηγορικού σώματος, εκπροσώπους των δικαστικών ενώσεων, καθηγητές των νομικών σχολών), ενώ σοβαρά ενδιαφέρει και την κοινωνία των πολιτών, γιατί ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης πάντοτε σηματοδοτεί την ποιότητα του δικαιϊκού κράτους ως κράτους δικαίου και την ποιότητα της δημοκρατίας.
Ορυμαγδός δημοσιευμάτων και σχολίων στο διαδίκτυο κατατείνουν στην παραδοχή ότι οι δικαστικές αποφάσεις και κρίσεις των τελευταίων ημερών (υποθέσεις  Φλώρου και  Επ. Κορκονέα), που δεν συνάδουν με το περί δικαίου λαϊκό αίσθημα, στηρίζονται και οφείλονται στο περιεχόμενο των διατάξεων του νέου ποινικού κώδικα. Ουδέν ψευδέστερον. Οι δύο αυτές υποθέσεις, αφορούσαν δύο θεσμούς, πρώτον τον θεσμό της υφ’ όρον απόλυσης (υπόθεση Φλώρου) και δεύτερον τον θεσμό των ελαφρυντικών (υπόθεση Επ. Κορκονέα).
Ο θεσμός της υφ’ όρον απόλυσης υπάρχει στο ελληνικό ποινικό σύστημα ήδη εδώ και περισσότερο από εκατό χρόνια (ν. 811/1917) και δεν εισάγεται το πρώτον από τον  νέο ποινικό κώδικα, σε κάθε δε περίπτωση και εφόσον καταφάσκεται η ύπαρξη κριτηρίων και προϋποθέσεων (καλή διαγωγή, ορισμένος χρόνος έκτισης της ποινής) το αρμόδιο δικαστικό όργανο (δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο) αποφαίνεται κυριαρχικά. Αυτό ισχύει εδώ και 100 χρόνια, αυτό συμβαίνει και σήμερα υπό την ισχύ του νέου ποινικού κώδικα.
Επίσης ο θεσμός των ελαφρυντικών (όπως του πρότερου έντιμου βίου που δέχθηκε το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο στην περίπτωση Επ. Κορκονέα) προβλέπεται στο ελληνικό ποινικό σύστημα ήδη εδώ και περισσότερο από 70 χρόνια και είναι γνωστό στους νομικούς κυρίως ότι δεν αποτελούσε ούτε αποτελεί υπό την ισχύ του νέου ποινικού κώδικα μια κλειστή λίστα αλλά αντιθέτως ο δικαστής μπορεί να θεωρήσει οτιδήποτε ως ελαφρυντική περίπτωση και να επιβάλει ελαφρύτερη ποινή. Ακριβώς το ίδιο σύστημα εμπλουτισμένο με την εμπειρία και τη νομολογία διατηρείται ακέραια και στο νέο ποινικό κώδικα.
Παρ’ όλα αυτά, γνωστά στο νομικό κόσμο, επιχειρείται μια επικοινωνιακή αθλιότητα να χρεωθεί στο νέο ποινικό κώδικα κάθε δικαστική απόφαση που δε συνάδει με το περί δικαίου λαϊκό αίσθημα, όμως στις περιπτώσεις αυτές το καλύτερο είναι πρώτα να μιλούν, να κρίνουν και να ερμηνεύουν οι επιστήμονες νομικοί, ώστε οι αποφάσεις υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών και του αληθινού περιεχομένου των ποινικών διατάξεων, να γίνονται κατανοητές από την κοινωνία και τους πολίτες. Ασφαλώς η δικαιοσύνη και οι αποφάσεις της κρίνονται και πρέπει να κρίνονται, γιατί ο πολίτης, ιδίως ο αδύναμος πολίτης, την θεωρεί ως τελευταίο καταφύγιο (ultimumrefegium) και αξιώνει ευθυκρισία, ευαισθησία και ορθολογισμό.
Επομένως η επικοινωνιακή αθλιότητα που αποδίδει κάθε δικαστική απόφαση των τελευταίων  ημερών στο νέο ποινικό κώδικα έχει πολιτικά χαρακτηριστικά, αντιεπιστημονική βάση και συνιστά στην καλύτερη περίπτωση «αντιπολίτευση» στη νομική επιστήμη, στους εκπροσώπους της και στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές και στη χειρότερη περίπτωση πολιτική αθλιότητα, και η τελευταία δυστυχώς κυριαρχεί

Προηγούμενο άρθρο Στ΄ Άγραφα ....ένα ταξίδι: Οδοιπορώντας στην ενδοχώρα
Επόμενο άρθρο Αντιπλημμυρικά έργα στη Μαγουλίτσα από την Περιφέρεια Θεσσαλίας