Πρόγραμμα για τον έλεγχο ιογενών ηπατιτίδων B και C σε πληθυσμιακές ομάδες της Θεσσαλίας


Στα γραφεία της 5ης ΥΠΕ, πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Διοικητή της  ΥΠΕ κ. Λ. Μακρή με τον Καθηγητή Παθολογίας κ. Γ.Ν. Νταλέκο, Αντιπρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Ήπατος (ΕΕΜΗ) και των συνεργατών του κ.κ. Ε.Ι. Ρηγοπούλου, Κ. Ζάχου, Ν.Κ. Γατσέλη, Κ. Γαλάνη, παρουσία υπηρεσιακών παραγόντων της 5ης ΥΠΕ (κ.κ. Ι. Γκογκογιάννη, Π. Γουλιάδη, Σ. Ντόκλη), με θέμα το στρατηγικό σχεδιασμό σχετικά με τον έλεγχο γενικού πληθυσμού της Περιφέρειας για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της χρόνιας ηπατίτιδας B και C.

Στη συνάντηση αποφασίσθηκε η υλοποίηση του προγράμματος, που αφορά στον έλεγχο ιογενών ηπατιτίδων B και C  σε πληθυσμιακές ομάδες από τη Θεσσαλία με τη λήψη αίματος (ο εργαστηριακός έλεγχος θα γίνει στο Μικροβιολογικό Εργαστήριο του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας) καθώς και στην ενημέρωση του πληθυσμού με τη διανομή ενημερωτικού υλικού της ΕΕΜΗ και του Κέντρου Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ)  με τη  συνεργασία του Ηπατολογικού Ιατρείου της Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, των κινητών μονάδων της 5ης ΥΠΕ και των Κέντρων Υγείας της Περιφέρειας.

Η χρόνια ηπατίτιδα B και C αποτελεί μια δυνητικά θανατηφόρο ασθένεια με περίπου 1 στους 12 ανθρώπους σε όλο το κόσμο (περίπου 500.000.000 συνολικά) να έχουν προσβληθεί και από αυτούς 1.5 με 1.7 εκατομμύρια να πεθαίνουν ετησίως. Υπολογίζεται μάλιστα, ότι οι θάνατοι από τις ιογενείς ηπατίτιδες θα αυξηθούν κατά 123.5% μέχρι το 2030 (ιδιαίτερα για την ηπατίτιδα C), εάν δεν υπάρξουν σημαντικές δράσεις. Ενδεικτικά, ο ηπατοκυτταρικός καρκίνος που είναι η απώτερη επιπλοκή των χρονίων ηπατιτίδων B και C είναι ήδη η 3η συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως, με 750.000 νέες περιπτώσεις και 650.000 θανάτους ανά έτος.

Στη χώρα μας βάσει μελετών, τα ποσοστά των φορέων αντιστοιχούν περίπου στο 2-4% του γενικού πληθυσμού, αν και σε διάφορες περιοχές συμπεριλαμβανομένου της Θεσσαλίας τα ποσοστά είναι υψηλότερα (έως και 5-6%) στις ηλικίες άνω των 55 ετών. Με βάση αυτά τα δεδομένα υπολογίζεται ότι περίπου 350.000-400.000 Έλληνες πάσχουν από ηπατίτιδα B και C, με τους περισσότερους εξ’ αυτών να μη το γνωρίζουν αφενός μεν γιατί η νόσος δεν κάνει συμπτώματα παρά μόνο στα τελικά στάδια, αφετέρου δε γιατί στη χώρα μας δεν υπάρχουν προληπτικά προγράμματα ελέγχου κατά των ιογενών ηπατιτίδων, ενώ σημαντική είναι και η άγνοια των τρόπων μετάδοσης και αντιμετώπισης τόσο μεταξύ των ασθενών αλλά και των ιατρών. Και όμως και οι δύο ηπατίτιδες σήμερα μπορεί να προληφθούν και να θεραπευθούν πλήρως, εφόσον βέβαια υπάρξει αποτελεσματικότερος εντοπισμός των ασθενών, εξοικονομώντας έτσι μακροχρόνια, τεράστια ποσά για το σύστημα υγείας από τη μείωση έως και εξάλειψη των υπερβολικά κοστοβόρων μακροχρόνιων επιπλοκών και βεβαίως κερδίζοντας ότι πολυτιμότερο, ανθρώπινες ζωές.

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο Αυτή την Τρίτη ξεκινάει τη λειτουργία του το «Χαμόγελο του Παιδιού» Θεσσαλίας
Επόμενο άρθρο Στόχος η επιτάχυνση υλοποίησης έργων ΕΣΠΑ για τα Νοσοκομεία της Θεσσαλίας