Ειδήσεις

Η επέτειος της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων και της Ηπείρου – Του Δομήνικου Βερίλλη


Στις 21 Φεβρουαρίου 1913  το 9ο Τάγμα Ευζώνων Καρδίτσης, το οποίο αποτελούνταν από δυτικοθεσσαλούς εύζωνες  και ανήκε στο 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων, με διοικητή του τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου, απελευθέρωσε τα Ιωάννινα. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, μετά από 483 χρόνια Οθωμανικής κυριαρχίας, σήμανε και την απελευθέρωση ολόκληρης της Ηπείρου μιάς και όλος ο Τουρκικός στρατός της Ηπείρου είχε συγκεντρωθεί εκεί για την άμυνα της πόλης. Μάλιστα η απελευθέρωση των Ιωαννίνων από το 9ο Τάγμα Ευζώνων Καρδίτσης, πραγματοποιήθηκε με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να λάβει διαταγή, χωρίς να το γνωρίζει η Διοίκηση της Στρατιάς και ο Αρχιστράτηγος και χωρίς άλλη εφεδρεία πλην του Ανατολικοθεσσαλικού 8ου  Τάγματος  Ευζώνων. Υπήρξε, δε,  ένα από
τα ελάχιστα παρόμοια κατορθώματα που έχει να επιδείξει η παγκόσμια
ιστορία.
Ο αγώνας για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε η σημαντικότερη στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
στο μέτωπο της Ηπείρου, κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου (5
Οκτωβρίου 1912- 18 Μαΐου 1913). Η πολεμική αναμέτρηση για την κατάληψη
της πρωτεύουσας της Ηπείρου κράτησε σχεδόν τρεις μήνες, από τις 29
Νοεμβρίου 1912 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1913, οπότε οι οθωμανικές
δυνάμεις παραδόθηκαν.
Στο τελευταίο διάστημα των μαχών η κυβέρνηση τού Ελ. Βενιζέλου
επιζητούσε τη γρήγορη απελευθέρωση της Ηπείρου, πριν από τη σύναψη
συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου,
που βρισκόταν σε εξέλιξη. Όμως η κατάληψη των Ιωαννίνων φάνταζε
δύσκολή υπόθεση, καθότι ο ελληνικός στρατός έπρεπε να εκπορθήσει τα
οχυρά του Μπιζανίου. Ο ορεινός όγκος του Μπιζανίου, που δεσπόζει νότια
των Ιωαννίνων, αποτελούσε εξαιρετικά ισχυρή αμυντική τοποθεσία, που
επιπλέον είχε ενισχυθεί πρόσφατα με πέντε μόνιμα πυροβολεία,
κατασκευασμένα υπό την επίβλεψη γερμανών ειδικών και οι επιθέσεις
αποτύγχαναν. Για το λόγο αυτό  ο Βενιζέλος απαιτούσε από τον διάδοχο
Κωνσταντίνο να αναλάβει προσωπικά ,ο ίδιος, τις επιχειρήσεις στην
Ήπειρο.

Καλείται η Θεσσαλική Μεραρχία

Ο Κωνσταντίνος όμως για να δεχθεί την ευθύνη της εκστρατείας απαίτησε
με επιστολή του στις 31 Δεκεμβρίου 1912 (13 Ιανουαρίου 1913 με το νέο
ημερολόγιο) να παραλάβει μαζί του την 1 Θεσσαλική Μεραρχία, την
επονομαζόμενη  «Σιδηρά Μεραρχία». Έθεσε ως όρο  να τον συνοδεύσει η
καλύτερη Μεραρχία Ελληνικού Στρατού γιατί γνώριζε τις δυσκολίες και
ότι μόνον τα Θεσσαλικά τμήματα μπορούν να επιτύχουν τη νίκη σε τόσο
δύσκολες  συνθήκες.

Τελικά η κυβέρνηση υποχώρησε. Και στις 6 Ιανουαρίου 1913 ο
αρχιστράτηγος αναχώρησε με το επιτελείο του από τη Θεσσαλονίκη για την
Πρέβεζα. Την ίδια περίοδο, η καθαρά Θεσσαλική, 1η Μεραρχία είχε ήδη
αρχίσει να μεταφέρεται στην Ήπειρο, ενώ λίγες μέρες πριν είχε
μεταφερθεί στην Ήπειρο το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Καρδίτσης. Στο Σύνταγμα
αυτό ανήκε το 9ο Τάγμα Ευζώνων Καρδίτσης το οποίο στις 20 και 21
Φεβρουαρίου έμελε να απελευθερώσει τα Ιωάννινα. Θα λέγαμε ότι ήταν,
χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, οι λεγόμενες,  με τη σημερινή
ονοματολογία, « Οι Ειδικές Δυνάμεις» του Ελληνικού Στρατού.

Η κατάληψη των Ιωαννίνων

Στις 19 Φεβρουαρίου 1913, την παραμονή της γενικής επίθεσης, ο
Ελληνικός στρατός  με κάποιες ενισχύσεις της τελευταίας στιγμής,
διέθετε 41.000 ετοιμοπόλεμους άνδρες και 105 κανόνια, τα οποία άρχισαν
να βάλουν με επιτυχία κατά των τουρκικών θέσεων στο Μπιζάνι. Ο Εσάτ
Πασάς παρέταξε 35.000 στρατιώτες, άγνωστο αριθμό ατάκτων και 162
κανόνια. Η γενική ελληνική επίθεση εκδηλώθηκε τις πρωινές ώρες της
20ης Φεβρουαρίου και μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας
το 9ο Τάγμα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη
Βελισσαρίου, υπερκέρασε τις τουρκικές δυνάμεις και βρέθηκε στα
μετόπισθεν του εχθρού. Οι εύζωνες φρόντισαν να καταστρέψουν τα
τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας την επικοινωνία της τουρκικής
διοίκησης με τον στρατό της, που παρέμενε αποκομμένος, αλλά άθικτος
στο Μπιζάνι και τα άλλα οχυρά.
Η παράδοση ήταν πλέον μονόδρομος για τον Εσάτ Πασά. Στις 11 το βράδυ
της 20ης Φεβρουαρίου έφθασε στις προφυλακές του 9ου Τάγματος Ευζώνων
ένα αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν ο επίσκοπος Δωδώνης, ο υπολοχαγός
Ρεούφ και ανθυπολοχαγός Ταλαάτ. Έφεραν μαζί τους επιστολή, που
υπογραφόταν από τους προξένους στα Ιωάννινα της Ρωσίας,
Αυστρο-Ουγγαρίας, Γαλλίας και Ρουμανίας και περιείχε πρόταση του Εσάτ
Πασά προς τον Κωνσταντίνο για άμεση και χωρίς όρους παράδοση των
Ιωαννίνων και του Μπιζανίου.
Στις 2 π.μ. της 21ης Φεβρουαρίου 1913 οι τρεις απεσταλμένοι,
συνοδευόμενοι από τον ταγματάρχη Βελισσαρίου, έφθασαν στο στρατηγείο
της 2ας Μεραρχίας. Εκεί περίμεναν την άφιξη ενός αυτοκινήτου, που τους
οδήγησε στις 4:30 π.μ. στο χάνι του Εμίν Αγά, όπου έδρευε το ελληνικό
στρατηγείο. Ο Κωνσταντίνος συμφώνησε με το περιεχόμενο της επιστολής
και στις 5:30 το πρωί δόθηκε εντολή κατάπαυσης του πυρός σε όλες τις
μονάδες.
Το πρωί της 22ας Φεβρουαρίου 1913 οι πρώτες μονάδες του ελληνικού
στρατού παρέλασαν στην πόλη υπό τις επευφημίες των κατοίκων. Τα
Ιωάννινα, μετά από 483 χρόνια δουλείας, ήταν και πάλι ελεύθερα. Το
χαρμόσυνο άγγελμα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων έγινε αμέσως
γνωστό στην Αθήνα, σκορπώντας φρενίτιδα ενθουσιασμού.
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής
τουρκικής απειλής στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού
υλικού, είχε επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά την επιτυχία
αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Οι επιχειρήσεις στο Μπιζάνι σήμαναν ουσιαστικά
και τη λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου στο στρατιωτικό πεδίο. Τις
επόμενες ημέρες ο ελληνικός στρατός κινήθηκε βορειότερα και ως τις 5
Μαρτίου 1913 είχε απελευθερώσει τη Βόρειο Ήπειρο.

Προηγούμενο άρθρο Εκκλησιαστικά νέα
Επόμενο άρθρο Ευθύμης Λέκκας: Καταλυτικές οι επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής στη Διαχείριση των Υδάτινων Πόρων