Tag Archive | "Μπαρμπούτης"

Tags: , , ,

Κ. Γκούμας-Τ. Μπαρμπούτης: Αρκετά με τον Αχελώο!

Posted on 30 Νοεμβρίου 2020 by admin

Η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), η οποία ακυρώνει την Υπουργική απόφαση (ΑΕΠΟ Σ. Φάμελλου επί ΣΥΡΙΖΑ/ 2017) για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του υδροηλεκτρικού έργου της ΔΕΗ στην Μεσοχώρα Τρικάλων, αν και δεν ήταν αναμενόμενη, αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο στο σήριαλ συνολικάτων έργων που έχουν κατασκευαστεί επί του Άνω Αχελώου, τα οποία αποτελούν για πολλούς ένα «αγκάθι», είτε αυτοίλειτουργούν στο πολιτικό πεδίο, είτε στον επιχειρηματικό χώρο, είτε διακατέχονται από τα   γνωστάιδεολογήματακατά των έργων.

Σίγουρα δεν είναι τυχαίο που για πολλοστή φορά το ΣτΕ παρεμβάλλει εμπόδια στην λειτουργία της Μεσοχώρας, παρότι το έργο είναι ολοκληρωμένο από το 2001 και απομένουν λίγα μόνο βήματα έως την λειτουργία του. Και αυτή η απόφαση,όπως και κάποιεςπαλαιότερα,ουσιαστικά υπερβαίνει τα όρια της λογικής.Θα σημειώσουμε μόνο ότι η κρινόμενηΑΕΠΟ του 2017 για την αδειοδότηση της Μεσοχώρας ήταν απολύτως συμβατή με τα όσα προβλέπονταν και ίσχυαν,έως εκείνη τηνστιγμή, στοΣχέδιοΔιαχείρισηςΥδάτωνκαθώςκαι στο   Χωροταξικό Σχέδιο, άσχετα εάν αυτά τροποποιήθηκαν με μεταγενέστερεςπολιτικέςαποφάσεις.

Τελικά, αυτή η αναδρομική «τιμωρία» της ΔΕΗ, που απλά έκανε σωστά την δουλειά της, επιτρέπει στους πολίτες να σκεφθούν ότι στο θέμα αυτό η κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου προσιδιάζει περισσότερο σε πολιτική άποψη των δικαστώνπαρά σε αξιολόγηση κάποιας διοικητικής αστοχίας που έπρεπεοπωσδήποτενα αποκατασταθεί!

Σε κάθε περίπτωση, όποια άποψη και εάν έχει κανείς για την συγκεκριμένηαπόφαση καθώς και κατά πόσον αποφάσεις σαν αυτήν τραυματίζουν το κύρος του ΣτΕ, το θέμα της Μεσοχώρας και γενικά των έργων Αχελώου είναι καθαρά ΠΟΛΙΤΙΚΟ και δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο τεχνικό, νομικό, διαδικαστικό ή τοπικιστικό πρόβλημα, όπως ορισμένοι προσπαθούν να το εμφανίσουν.

Η πρότασή μας, την οποία έχουμε επανειλημμένα διατυπώσει, είναι μία και μόνη : Να έρθει το θέμα όλωντων έργων Αχελώου για συζήτηση και οριστική απόφαση στην Ελληνική Βουλή.

Αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαίτερα επιθυμητό από τις κύριες πολιτικές δυνάμεις. Το είχαμε προτείνει κατά την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, αλλά ήταν για εμάς απόλυτα εξηγήσιμη η άρνηση τους,επί πέντε ολόκληραχρόνια,να φέρουν μια τέτοια συζήτηση στη Βουλή, αφούόλοιγνώριζαν  ότι η επιδίωξη τους  για διακοπή -εγκατάλειψη- ακύρωση-κατεδάφιση των έργων Αχελώου δεν θα ήταν ποτέδυνατόν να συγκεντρώσει την πλειοψηφία της Βουλής, ούτε καν ανάμεσα στους βουλευτές της τότε πλειοψηφίας.

(Σημείωση : όλες αυτές οι «θέσεις» τους έχουν διατυπωθεί δημοσίως από στελέχη ή ομάδες εντός του ΣΥΡΙΖΑ και κατατέθηκαν -φυσικά ως θλιβερή μειοψηφία-και στο Περιφερειακό Συμβούλιο Θεσσαλίας κατά την συζήτηση για την Μεσοχώρα, όπου καταψήφισαν την αδειοδότησή της !).

Σε ότι αφορά στην τότε αντιπολίτευση της ΝΔ, ούτε αυτή έδειξε προθέσεις όλα αυτά τα χρόνια για μια τέτοια συζήτηση και για το  ξεκαθάρισμα των πολιτικών επιλογών σχετικά με  τα έργα Αχελώου. Ουδέποτε απαίτησαν από τον τότε πρωθυπουργό και τους αρμόδιους υπουργούς μια καθαρή απάντηση εάν προτίθενται η όχι να κατεδαφίσουν τα  στη Συκιά και την (διανοιγμένη στο σύνολο των 18 χιλιομέτρων) σήραγγα μεταφοράς των υδάτων. Αλλά και ως Κυβέρνηση η ΝΔ δεν έδωσε διαφορετικά δείγματα γραφής που θα απέτρεπαν την παράταση των συγχύσεων και της  διχαστικής λογικής γύρω από   τα έργα Αχελώου.Δυστυχώς, η έως σήμερα πρακτική τους  μας επιτρέπει να σκεφθούμε ότι και η σημερινήΚυβέρνηση, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, προτιμά να «παίζει» με ανούσιεςδηλώσεις  υπέρ – κατά των έργων, με  αοριστίες και καθησυχαστικές υποσχέσεις, να «κλείνει το μάτι» σε οικολόγους και σε τοπικιστικές απαιτήσεις (πχ Αιτωλοακαρνανία), να ανταποκρίνεται (αντικειμενικά) σε πιέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων που ζητούν περισσότερο «χώρο» για επενδύσεις αιολικών-φωτοβολταϊκών(που έρχονται σε αντίθεση με τηνπαραγωγήυδροηλεκτρικήςενέργειας).

Όλες αυτές οι βάσιμες επιφυλάξεις μας για την κυβερνητική πολιτική μπορούν να αρθούν μόνο με ένα τρόπο :

Η Κυβέρνηση να φέρει άμεσα, με δική της πρωτοβουλία, το θέμα στην Βουλή, να επικυρώσει θεσμικά και με αδιαμφισβήτητο τρόπο τις υποσχέσεις της και στην συνέχεια να κινηθεί αναλόγως για την ολοκλήρωση και λειτουργία των έργων.

Οτιδήποτε λιγότερο θα επιτείνει το χάος των συγχύσεων και την αμφισβήτηση, θα ενθαρρύνει και θα διευκολύνει τις δυνάμεις της καταστροφής (κατεδάφισηκλπ.) στις επιδιώξεις τους, θα τραυματίζει το έργο στην συνείδηση των πολιτών, θα επιτρέπει στο ΣτΕ να προβαίνει σε «πολιτικού» χαρακτήρα επεμβάσεις στο κυβερνητικό έργο και φυσικά θα διαιωνίζει την υπόθεση Αχελώου με όλες τις αρνητικέςσυνέπειες για την κοινωνία και την οικονομία.

Με όλα αυτά η ΝΔ θα καταγραφεί ως μία ακόμα Κυβέρνηση που δεν σέβεται τις υποσχέσεις της.

 

Γράφουν οι Γκούμας Κώστας (πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/ΚΕ) και Μπαρμπούτης Τάσος (μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ γεν. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ)

 

Comments (0)

Tags: , ,

Γκούμας-Μπαρμπούτης: Εν μέσω κορωνοϊού διπλή ανάπλαση για τον Παναθηναϊκό. Για την Θεσσαλία;

Posted on 26 Νοεμβρίου 2020 by admin

Εντύπωση προκάλεσε τις ημέρες αυτές η απεμπλοκή της παλιάς, για το Δήμο Αθηναίων, υπόθεσης που αφορά στην «διπλή ανάπλαση» και το νέο ποδοσφαιρικό γήπεδο του Παναθηναϊκού στο Βοτανικό.

Ως γνωστόν, η ιδέα και η αρχική προσπάθεια ανάγεται στην περασμένη δεκαετία, είχε υπάρξει συμφωνία ανάμεσα στα δύο ενδιαφερόμενα μέρη (Δήμος και Παναθηναϊκός ως ιδιοκτήτης του γηπέδου στην Λ. Αλεξάνδρας), ενώ είχε εμπλακεί και ο όμιλος «Βωβού» που κατασκεύαζε ήδη στο Βοτανικό ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο και θα υπήρχαν κάποιες συνέργειες σχετικά με το όλο εγχείρημα (πολεοδομικοί όροι, κοινή αξιοποίηση πάρκινγκ κ.λπ.).

Με πρωτοβουλία τότε μίας δημοτικής παράταξης, στην οποία ηγείτο ο μετέπειτα πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας, υποβλήθηκε προσφυγή κατά των έργων. Η προσφυγή έγινε δεκτή από το ΣτΕ που με απόφασή του το 2009 απέρριψε κάποιους «προνομιακούς» πολεοδομικούς όρους, δηλαδή τα «ανταλλάγματα» των δύο συνεργαζόμενων πλευρών προς την εταιρεία Βωβού. Το θέμα πάγωσε για αρκετά χρόνια.

Να όμως που τον περασμένο χρόνο δημιουργήθηκαν νέες συνθήκες, ενώ η ομάδα «συνεργαζομένων συμφερόντων μεγάλωσε. Στην Δημοτική αρχή Αθηναίων ηγείται πλέον στενός συγγενής του Πρωθυπουργού και υπάρχει προφανές ενδιαφέρον για την στήριξη της στην παρούσα φάση («με την αλλαγή στο δημαρχιακό θώκο της Αθήνας, το σχέδιο βγήκε από το συρτάρι» γράφει η Καθημερινή, 15/11/2020). Επιπλέον, αντί της εταιρείας «Βωβού», εμπλέκονται πλέον με έντονο ενδιαφέρον δύο Τράπεζες (ALPHA, Πειραιώς) που είχαν χρηματοδοτήσει το εμπορικό κέντρο.

Παράλληλα βρισκόμαστε ενώπιον νέων χρηματοδοτικών ευκαιριών (π.χ Σχέδιο Ανάκαμψης). Όλοι μαζί λοιπόν στρώθηκαν στη δουλειά, έλαβαν υπόψη τους τις παρατηρήσεις της απόφασης του ΣτΕ και ενός ΠΔ που, μέσω του Υπουργείου Περιβάλλοντος, εκδόθηκε στην συνέχεια (2013) και τελικά κατέληξαν σε νέο σχέδιο, με βάση το οποίο τα έργα υποδομής (περίπου 25 εκατ. ευρώ), το πιθανότερο, θα χρηματοδοτηθούν από δημόσιες επενδύσεις και το ΕΣΠΑ, ενώ το γήπεδο (περίπου 70 εκατ. ευρώ) από το Ταμείο Ανάκαμψης και δημόσιες επενδύσεις (για την «εκκίνηση»).

Τώρα πλέον η Κυβέρνηση «θα πρέπει να πείσει τις κοινοτικές αρχές για την χρηματοδότηση του γηπέδου από το Ταμείο ανάκαμψης» (Καθημερινή, ο.π)και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, το 2023 όλα θα είναι έτοιμα για …εγκαίνια !

Τι σου είναι λοιπόν η «πολιτική βούληση» και η «σύμπτωση» των εμπλεκομένων συμφερόντων. Όλα τα εμπόδια τα ξεπερνά και … όλα τα κακά σκορπά. Όσο για την χρηματοδότηση… να είναι καλά ο κορωνοϊός ! «Η συγκυρία του κορωνοϊού…προσέφερε …μια νέα χρηματοδοτική ευκαιρία, το Ταμείο Ανάκαμψης» γράφει η Καθημερινή. Έτσι ξεπεράστηκε και αυτό, συνήθως το μεγαλύτερο, εμπόδιο.

Πολλά συμπεράσματα μπορεί να βγάλει κανείς από τις εξελίξεις σχετικά με το γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Και εμείς εδώ στη Θεσσαλία εύλογα θα αναρωτηθούμε : Γιατί τόσα και τόσα θέματα έργων στη Θεσσαλία παραμένουν «παγωμένα», ιδιαίτερα εκείνα που σχετίζονται με το νερό, που εξακολουθεί να είναι, μακράν των άλλων, το σημαντικότερο πρόβλημα στην Θεσσαλία ;

Δοκιμάστηκε πρόσφατα η περιοχή μας από τις καταστροφικές πλημμύρες, δηλαδή την μία από τις τρεις μεγάλες απειλές που ελλοχεύουν σχετικά με το μέγιστο θέμα της υδατικής ασφαλειας (οι άλλες δύο είναι η οικολογική και η ξηρασία/λειψυδρία).

Κανείς, ούτε η Κυβέρνηση ούτε και η Αυτοδιοίκηση, «συγκινήθηκαν» τόσο ώστε να ενεργοποιηθούν για ένα συντονισμό ενεργειών και ένα κατάλληλο σχεδιασμό, όπως έγινε με στην «διπλή ανάπλαση». Περιορίστηκαν απλά στην καταγραφή ζημιών και στην προβολή των ενεργειών του καθενός τους για την καταβολή των αποζημιώσεων.

Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε όσο θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε, ασκώντας επαρκή πίεση, την ευκαιρία που προσφέρει το Ταμείο Ανάκαμψης.

Η λογική των απλών, καθημερινών ανθρώπων, καλοπροαίρετων πολιτών λέει ότι θα έπρεπε άμεσα να ενταχθούν έργα πέριξ του κάμπου που θα συγκεντρώνουν τα νερά, περιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις καταστροφές, ακόμη και σε περιπτώσεις μεγάλων πλημμυρών. Ομοίως όλοι αντιλαμβάνονται ότι η ολοκλήρωση του ταμιευτήρα Συκιάς (Αχελώος) και της σήραγγας μεταφοράς θα μας εξασφάλιζε υδατικά αποθέματα σε περιπτώσεις ξηρασίας (πέραν των άλλων σημαντικών οφελημάτων όπως η παραγωγή ενέργειας).

Τέλος, όλα μαζί τα νερά των ταμιευτήρων της λεκάνης Πηνειού συν της Συκιάς επί του Αχελώου, θα επενεργούσαν αποφασιστικά στην μείωση των υδατικών ελλειμάτων και στην σταδιακή αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας στα ποτάμια και κυρίως στα υπόγεια νερά, υποκαθιστώντας τις συνεχιζόμενες καταστροφικές υπεραντλήσεις.

Ζήσαμε πολλά χρόνια κυβερνητικής απραξίας, ψεύτικων υποσχέσεων και αναμονής.

Τώρα πια και η ΝΔ (όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ παλαιότερα) μας αποδεικνύουν έμπρακτα και χωρίς αμφιβολία ότι δεν υπάρχει η ανάλογη πολιτική βούληση ώστε να υπερβούν συμφέροντα (π.χ ενεργειακός τομέας), ούτε να «θυσιάσουν» σημαντικό μέρος των αναμενόμενων χρηματοδοτήσεων για τέτοια έργα στη Θεσσαλία, που πολύ δύσκολα θα φέρουν …εγκαίνια, όπως πιθανότατα θα συμβεί  με το γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Το θέμα λοιπόν είναι, με ποιο τρόπο αυτήν την συνειδητοποίηση και την απογοήτευση που μας προκαλείται από τις ψεύτικες υποσχέσεις του κ. Μητσοτάκη (και όχι μόνο) θα τις μετατρέψουμε σε πολιτική – αγωνιστική προσπάθεια έτσι ώστε να ακουστεί η φωνή μας, να προστατευτούμε από τους κινδύνους που μας απειλούν και να δούμε προκοπή στον τόπο μας και ειδικά στον πρωτογενή τομέα που παραμένει ο «φτωχός συγγενής».

 

Γράφουν οι: Γκούμας Κώστας (πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/ΚΕ) και Μπαρμπούτης Τάσος (μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ γεν. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ)

Comments (0)

Tags: , ,

Ορκίστηκε δημοτικός σύμβουλος Καρδίτσας ο Κωνσταντίνος Μπαρμπούτης

Posted on 10 Ιουνίου 2020 by admin

Ορκίστηκε δημοτικός σύμβουλος Καρδίτσας ο κ. Κωνσταντίνος  Μπαρμπούτης του Γεωργίου ως πρώτος επιλαχών, παίρνοντας τη θέση του πρώην επικεφαλής του συνδυασμού «Ανεξάρτητη Προοδευτική Συμμαχία Πολιτών» κ. Ιωάννη Ντελή, ο οποίος είχε υποβάλει την παραίτησή του από τη θέση του Δημοτικού Συμβούλου.

Κάθε δημότης του Δήμου Καρδίτσας είτε ψήφισε στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές την «Ανεξάρτητη Προοδευτική Συμμαχία Πολιτών» είτε άλλη παράταξη, αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Μπαρμπούτη έναν άξιο άνδρα της αυτοδιοίκησης με ήθος, με τιμιότητα, με σύγχρονη αντίληψη  διακυβέρνησης του δήμου με κέντρο τον άνθρωπο, με καινοτόμες ιδέες στην υπηρεσία του δημότη, έναν ακάματο εργάτη που αγωνίζεται δίπλα στον  απλό συμπολίτη για την επίλυση των προβλημάτων του. Παραδείγματα καλής διοίκησης από τον Κώστα Μπαρμπούτη έχουμε από προηγούμενη πετυχημένη θητεία του στον Δήμο Καρδίτσας από τη θέση του αντιδημάρχου.

Ελπίζουμε η «Ανεξάρτητη Προοδευτική Συμμαχία Πολιτών» να τον τιμήσει και να του δώσει την ευκαιρία να προσφέρει στο Δήμο Καρδίτσας αναθέτοντάς του  σημαντικό ρόλο στην παράταξη αλλά και στο Δημοτικό Συμβούλιο.

Η συμμετοχή του Κώστα Μπαρμπούτη στο Δημοτικό Συμβούλιο αναβαθμίζει την «Ανεξάρτητη Προοδευτική Συμμαχία Πολιτών» αλλά και το θεσμικό όργανο που του δίνει μεγαλύτερο κύρος και σεβασμό στα μάτια των δημοτών του Δήμου Καρδίτσας.

Comments (0)

Tags: , ,

Το αποτύπωμα της ενεργειακής πολιτικής στο περιβάλλον – Των Κώστα Γκούμα και Τάσου Μπαρμπούτη

Posted on 05 Ιουνίου 2020 by admin

Α. Εισαγωγή Κάθε χρόνο αισθανόμαστε την ανάγκη να «αξιοποιήσουμε» την Παγκόσμια Ημέρα που είναι αφιερωμένη στο ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ (5η Ιουνίου). Όμως, λαμβάνοντας υπόψη την στασιμότητα που επικρατεί στη χώρα μας όσον αφορά στην πρόοδο των οικολογικών ζητημάτων, μάλλον θα πρέπει να αποφύγουμε τον «εορτασμό» της ημέρας αυτής και να περιοριστούμε στον εντοπισμό και ανάδειξη των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε.

Σε παλαιότερα δημοσιεύματα, αλλά και στο αφιέρωμα του ιστοτόπου μας το 2019, αναφερθήκαμε εκτεταμένα σε όλα τα οικολογικά προβλήματα της Θεσσαλίας που συνδέονται με τον τομέα των υδάτων, ο οποίος άλλωστε «σφραγίζει» αποφασιστικά την θεσσαλική πραγματικότητα.

Σήμερα, θα παραθέσουμε ζητήματα που αφορούν στον ενεργειακό τομέα, με μεγαλύτερη επικέντρωση στο σχετικά πρόσφατο φαινόμενο μαζικής ανάπτυξης Αιολικών Πάρκων (ΑΠ) στην περιοχή μας (και όχι μόνο), που αποτελεί συνέπεια της εφαρμογής του ενεργειακού προγράμματος της χώρας (ΕΣΕΚ) έως το 2030, το οποίο, με σχεδόν πανομοιότυπες πολιτικές, εκπόνησαν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (2017) και η κυβέρνηση ΝΔ (2019).

Κριτήριο της αξιολόγησής μας θα αποτελέσει η βελτίωση της οικολογικής κατάστασης στη χώρα (και ειδικά στη Θεσσαλία) από την υλοποίηση του ΕΣΕΚ, η σύγκριση από την ανάπτυξη άλλων μορφών ΑΠΕ (συμπεριλαμβανόμενης της υδροηλεκτρικής ενέργειας), το θέμα της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας γενικά, το ενεργειακό κόστος κ.α.

 

Β. Οι ανεμογεννήτριες στη ζωή μας

Πολύ συχνά προβάλλονται στα ΜΜΕ ειδήσεις και σχόλια, συνήθως αρνητικά, για την δημιουργία ΑΠ σε πολλά και  διάφορα σημεία της Ελλάδας. Εκτιμούμε ότι λίγες είναι οι ψύχραιμες και τεκμηριωμένες προσεγγίσεις εκείνων που αντιδρούν, ενώ αρκετές φορές συναντούμε την άκριτη υποστήριξη για επέκταση των ΑΠ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ποικίλες επιπτώσεις από την εγκατάστασή τους.

Χωρίς διάθεση για χρήση υπερβολών που παρατηρούνται «ένθεν και ένθεν», ας δούμε αρχικά κάποια γενικά στοιχεία.

Ο στόχος που τίθεται από το ΕΣΕΚ της σημερινής κυβέρνησης, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, είναι η υλοποίηση (έως το 2030) μονάδων συνολικής ισχύος 7,05 GW, ενώ σήμερα λειτουργούν αιολικές μονάδες συνολικής ισχύος  3,51 GW (δες εδώ {1} το δημοσίευμα της Καθημερινής, 22/3/2020).

Ουσιαστικά ο ενεργειακός σχεδιασμός των κυβερνήσεων του κ. Τσίπρα και του κ. Μητσοτάκη, έδωσε άφθονο «χώρο» για ΑΠ και οικονομικά οφέλη στους επενδυτές. Το εκπληκτικό στοιχείο όμως είναι ότι βρίσκονται υπό αξιολόγηση (για αδειοδότηση) αιτήσεις για πάνω από 5,5 χιλιάδες ανεμογεννήτριες, συνολικής (πρόσθετης) ισχύος 15,26 GW (!!).

Πρακτικά, ειδικά μετά την εξαγγελία των δύο κυβερνήσεων για απολιγνιτοποίηση, πλήθος ενδιαφερομένων επενδυτών θεώρησαν την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στην Ελλάδα ως ένα νέο Ελντοράντο.

Και όλα αυτά στο όνομα της απολιγνιτοποίησης, που αντικειμενικά ανοίγει μια μεγάλη πόρτα για να προωθούν τα προϊόντα τους (Η/Μ εξοπλισμός κ.λ.π.) μεγάλες εταιρείες άλλων χωρών (π.χ. Γερμανία) σε μια χώρα με τεράστια οικονομικά ελλείμματα και παρότι διαθέτει τεράστια αποθέματα ενεργειακών πόρων κάθε είδους (όχι μόνο ΑΠΕ). Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν πράγματι τα ΑΠ και η διαφημισμένη αιολική ενέργεια μπορεί να έχει για τη χώρα μας θετικά οφέλη.

Ας δούμε πως απαντά σε αυτό ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Γ. Σπιλάνης:

 «…Κατ’ αρχάς, εξαρτάται από ποια μεριά το εξετάζει κανείς. Αν εξετάζει μόνο το αποτύπωμά τους του άνθρακα στην παραγωγή ή αν εξετάζει το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, από τότε δηλαδή που φτιάχνεται ένα μηχάνημα μέχρι την ώρα που «πεθαίνει» αυτό το μηχάνημα.

Γιατί είτε μιλάμε για ανεμογεννήτριες είτε για φωτοβολταϊκά είτε για οτιδήποτε εμπίπτει στις ΑΠΕ, προφανώς όλα συμβάλλουν θετικά, γιατί την ώρα που αυτά τα συστήματα παράγουν, δεν καταναλώνουν τίποτα. Από την άλλη μεριά, κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου έχει αποτύπωμα και ιδιαίτερα στο διοξείδιο του άνθρακα, διότι για να παραχθεί οτιδήποτε, χρησιμοποιείται ενέργεια. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις ανεμογεννήτριες και τον τόπο όπου παράγονται, υπάρχει κι ένα μεγάλο αποτύπωμα άνθρακα στη μεταφορά τους. Από τις χώρες δηλαδή όπου παράγονται μέχρι να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό…»

Στο ίδιο δημοσίευμα ο κ. καθηγητής εντοπίζει και το αποτύπωμα των ΑΠ σε μια άλλη «πονεμένη ιστορία» για τη χώρα μας, όπως αυτή των χρήσεων και της κάλυψης της γης. Αναφέρει σχετικά :

«…Για να μπορέσει μια ανεμογεννήτρια να φτάσει στον τελικό της προορισμό και να στηθεί, χρειάζεται να διανοιχτούν δρόμοι και χρειάζεται να πακτωθεί στο σημείο εγκατάστασης, επομένως όσο πιο μεγάλο είναι το ανάγλυφο (όταν π.χ. είναι μια ορεινή περιοχή) τόσο πιο μεγάλο είναι το αποτύπωμα.

Όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος της ανεμογεννήτριας τόσο μεγαλύτερο είναι και το πάκτωμα (βάσεις από τσιμέντο) που χρειάζεται για να στηθεί, αλλά και οι δρόμοι που θα πρέπει να φτιαχτούν για να μπορέσουν να περάσουν οι γερανοί και τα φορτηγά. Όσο και αν τις μοντάρουν στο σημείο εγκατάστασης, χρειάζεται όχημα μήκους εκατό μέτρων για τη μεταφορά τους. Επομένως το οδικό δίκτυο που πρέπει να δημιουργηθεί είναι αντίστοιχου μεγέθους ικανού να υποστηρίξει τις όλες διαδικασίες….»

Θεωρεί πάντως ότι σε περίπτωση τοποθέτησης ΑΠ σε πεδινές εκτάσεις οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές δεδομένου ότι συνήθως εκεί υπάρχει ήδη οδικό δίκτυο και οι λοιπές απαιτούμενες υποδομές θα είναι μικρής έκτασης, χωρίς μεγάλη αναστάτωση. Δυστυχώς όμως το αιολικό δυναμικό στις πεδινές εκτάσεις είναι συνήθως χαμηλό και μη αξιοποιήσιμο.

Ένα ακόμα θέμα που συχνά προβάλλεται από εκείνους που αντιδρούν στα ΑΠ είναι η επικείμενη αλλαγή του τοπίου, ιδιαίτερα «…όταν μιλάμε για νησιωτικό χώρο ή ορεινές περιοχές οι οποίες έχουν κυρίως τουριστική δραστηριότητα, ..»  ή/και αποτελούν προστατευόμενες περιοχές.

Αναφερόμενος στην «βιώσιμη ανάπτυξη», ο κ. καθηγητής θεωρεί ότι : «…Υπάρχουν πάρα πολλά θέματα. Όταν μιλάμε για βιώσιμη ανάπτυξη δεν μιλάμε μονάχα για περιβάλλον, μιλάμε για ακόμη δύο τομείς : οικονομία και κοινωνία. Ένα τεράστιο θέμα που γεννάται λοιπόν είναι τίνος ιδιοκτησία είναι οι ανεμογεννήτριες. Αν είναι ιδιοκτησία των κατοίκων της περιοχής, τα οφέλη τα έχει η τοπική κοινωνία. Μπορεί να γίνουν ιδιωτικές εταιρείες, υπάρχουν όμως και συνεταιριστικές. Σε άλλες χώρες και ιδίως στις βόρειες, αλλά και στην Ιταλία, υπάρχουν ΚΟΙΝΣΕΠ (Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση). Όταν εμπλέκεται στην επένδυση η τοπική κοινωνία, αντισταθμίζονται και οι οικονομικές ζημίες που μπορεί να προκαλέσει η εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε άλλες δραστηριότητες. Γιατί ο μεγάλος κίνδυνος που δεν δημιουργεί οικονομικά βιώσιμη ανάπτυξη είναι ότι στην περίπτωση των ΒΑΠΕ άλλος θα πάρει τα οφέλη και άλλος θα πάρει τις ζημιές. Και η ύπαρξη αντισταθμιστικών ωφελειών δεν μπορεί να καλύψει την αδυναμία άσκησης οικονομικής δραστηριότητας λειτουργώντας ως επιδοματική πολιτική….»

Επίσης προτείνει ότι τα θέματα αυτά θα πρέπει να μπαίνουν σε μια ζυγαριά : «…αν βάλουμε σε πολύ μεγάλη στάθμιση – γιατί αυτό γίνεται συνήθως – μόνο το αποτύπωμα άνθρακα, προφανώς η επένδυση «βγαίνει» θετική πιο εύκολα. Αν όμως βάλουμε τη βιοποικιλότητα και όλα τα περιβαλλοντικά – κοινωνικά θέματα στο τραπέζι, δεν είναι σίγουρο ότι θα θεωρηθούν, ειδικά οι ανεμογεννήτριες, ως κάτι το απόλυτα θετικό…»

Αν θέλουμε να συνοψίσουμε, προκύπτει αβίαστα ότι η επιχειρηματολογία των κυβερνήσεων ότι η απολιγνιτοποίηση από μόνη της αποτελεί πρόοδο και συμβολή στους περιβαλλοντικούς στόχους της ΕΕ, δεν αποτελεί μια αποδεκτή πρόταση, ούτε υποκαθίσταται με μια «στροφή» της πολιτικής προς το φυσικό αέριο, τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά.

Γ. Το κόστος της ενέργειας σε ΕΕ και Ελλάδα

Ας δούμε και το σημαντικό ζήτημα του κόστους της ενέργειας με βάση επίσημα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα:

«…στη χονδρική αγορά ρεύματος είμαστε με διαφορά η πιο ακριβή. Σύμφωνα με έκθεση του ΙΕΝΕ (Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης) για την περίοδο 30/3 μέχρι 5/4/2020, οι τιμές χονδρικής για την ηλεκτρική ενέργεια διαμορφώθηκαν από περίπου 20 ευρώ/MWh για τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, 26 ευρώ/MWh για τις πρώην ανατολικοευρωπαϊκές και σε 34 ευρώ/MWh για την Ελλάδα ! …».

Και σύμφωνα με τον απόλυτα τεκμηριωμένο ισχυρισμό του αρθρογράφου (σ.σ Στέφανος Μάνος) : «…οι ιδιώτες παραγωγοί ή και εισαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας ευημερούν…», ενώ οι εταιρείες και οι εργαζόμενοι  «..Είναι τα θύματα των ανεξέλεγκτων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας…».

Και δεν τελειώνουν εδώ οι επισημάνσεις για την απαράδεκτα υψηλή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Κάθε ημέρα γινόμαστε αποδέκτες διαμαρτυριών από τους αγρότες της Θεσσαλίας, οι οποίοι, ανάμεσα σε άλλους τομείς της οικονομίας αποτελούν και αυτοί θύματα ενός άνισου ανταγωνισμού με άλλους παραγωγούς στην Ελλάδα και (κυρίως) στο εξωτερικό !

Αλλά και οι βιομήχανοι διαμαρτύρονται αναλόγως. Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του προέδρου της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας κ. Α. Κοντολέοντος όπου αναφέρει :  «…στην Ελλάδα παραμένουν άλυτα ακόμη πιο βασικά και θεμελιώδη προβλήματα, με πρώτο και κυρίαρχο το ενεργειακό : πολύ απλά, χωρίς ανταγωνιστική τιμή ενέργειας δεν μπορεί να υπάρξει βιομηχανία………………………………………………………..…η ελληνική αγορά το δεύτερο τρίμηνο του 2019, αφενός ήταν η ακριβότερη στην Ευρώπη, αφετέρου οι τιμές της έφθασαν να είναι 50% υψηλότερες από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών αγορών. Η αύξηση στην τιμή των δικαιωμάτων CO2 επηρεάζει περισσότερο και μόνιμα την ελληνική αγορά, ωστόσο δεν αποτελεί την κυριότερη αιτία για τη διαμόρφωση των υψηλότερων τιμών….»  θεωρώντας, δικαίως, ότι : «…Ουσιαστικά σήμερα η αγορά, όπως λειτουργεί, έχει χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου….» 

Όλα αυτά δεν αμφισβητούνται. Λογικά λοιπόν αναρωτιέται κανείς εάν η εφαρμοζόμενη (ΕΣΕΚ) πολιτική τείνει ή όχι στην μείωση των εκπληκτικά υψηλών τιμών ενέργειας στη χώρα μας, καθώς και εάν και κατά πόσο «βοήθησε» την χώρα και την κοινωνία η πολυδιαφημισμένη «απελευθέρωση της ηλεκτρικής ενέργειας».

Δείτε πως απαντά στους πιο πάνω προβληματισμούς ο πρώην διοικητής της ΔΕΗ επί Κυβερνήσεως Κων/νου Καραμανλή (1979), πρώην πρόεδρος ΔΕΠΑ (2004) και πρώην πρόεδρος του συμβουλίου Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής (2006) κ. Ραφαήλ Μωησής (ΡΜ) – [από το βιβλίο του Ραφαήλ Μωησή «Θα γίνει της ….Δεής» – έκδοση ΚΑΠΟΝ, 2019] :

«…Στην Ελλάδα διαπιστώνεται αύξηση και όχι μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας….. Πιστεύω δε ότι οι αυξήσεις στην αγορά ηλεκτρισμού στην δική μας περίπτωση δεν αποτελούν “ενδιάμεσο” φαινόμενο αλλά μόνιμο και καταστροφικό»

«…Οι κυβερνήσεις, όλες οι Ελληνικές κυβερνήσεις, και πάντα με την παρότρυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προχώρησαν σε συνεχή βελτίωση των συνθηκών για την είσοδο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην αγορά  ηλεκτρισμού. Σε ενίσχυση του σκοπού, ήρθε μια τεχνολογική εξέλιξη, η ανάπτυξη των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής συνδυασμένου κύκλου, που έκανε συμφέρουσα την εκμετάλλευση μονάδων με καύσιμο το φυσικό αέριο. Έτσι άρχισε η δημιουργία από ιδιώτες επενδυτές μονάδων αυτού του τύπου, όπως άρχισε και η εγκατάσταση μονάδων ΑΠΕ από ιδιώτες, επίσης με ισχυρά κυβερνητικά κίνητρα …»

Και πιο κάτω θέτει ένα «…εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα : Το κατά πόσο η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, με τμήμα της στα χέρια μονοπωλίων και το υπόλοιπο ανοικτό στον ανταγωνισμό, έχει πετύχει τη μείωση του συνολικού κόστους για τον καταναλωτή και την αύξηση ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τα στοιχεία της βιβλιογραφικής μελέτης δείχνουν ότι η απάντηση είναι μάλλον αρνητική….»

Σε ότι αφορά την «λογική» της ΕΕ στο θέμα της απελευθέρωσης της ενέργειας και (στα καθ’ ημάς) την ΔΕΗ ο ΡΜ ισχυρίζεται :

«…Εκφράζω λοιπόν και εγώ τη δική μου ανησυχία : Είναι φανερό ότι η Επιτροπή επιμένει να ενδιαφέρεται για το “μέσο“ , που είναι η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού, και παραμελεί τον “σκοπό”, που πρέπει να είναι το μειωμένο κόστος ηλεκτροπαραγωγής και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας….».

Ο συγγραφέας μάλιστα θεωρεί ότι : «….Ένοχος είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που επιμένει να εφαρμόζει στην Ελλάδα πολιτικές που σωστά έχει εμπνευστεί, αλλά είναι κατάλληλες για χώρες του μεγέθους της Γερμανίας, με τις διακριτές διοικητικές της δομές, τη μεγάλη βιομηχανία και τις πανίσχυρες διεθνείς διασυνδέσεις της. Ομοίως ένοχες είναι και οι ελληνικές κυβερνήσεις, όλες όσες κυβέρνησαν την Ελλάδα από το 1999 μέχρι σήμερα, επειδή δεν κατάλαβαν και σε κάθε περίπτωση δεν ύψωσαν το ανάστημά τους για να πείσουν τους ευρωπαίους για τις ιδιαιτερότητές μας ….» και αναγνωρίζει ότι είναι : «εξωπραγματική η ελπίδα ότι θα έχει κάποτε η Ελλάδα αυτό που ως διοικητής στην ΔΕΗ άκουγα …..”Φθηνό ρεύμα στον Λαό “ ! …»

Τέλος εκτιμά ότι : « Στην Ελλάδα διαπιστώνεται αύξηση και όχι μείωση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας. Κάποιοι πελάτες που έφυγαν από την ΔΕΗ, απολαμβάνουν πράγματι μια μείωση στα τιμολόγιά τους, όμως το ζητούμενο δεν είναι να ευνοούνται λίγοι και προσεκτικά επιλεγμένοι μεγάλοι καταναλωτές, αλλά το κοινωνικό σύνολο. Πιστεύω δε ότι οι αυξήσεις στην αγορά ηλεκτρισμού στην δική μας περίπτωση δεν αποτελούν “ενδιάμεσο” φαινόμενο αλλά μόνιμο και καταστροφικό….». Τι να προσθέσει κανείς …

Δ. Η απολιγνιτοποίηση

Πρόκειται για πολιτική των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, η οποία αμφισβητήθηκε έντονα από κόμματα (π.χ. ΚΙΝΑΛ, κ. Γεννηματά), οργανώσεις και ειδικούς στην ενεργειακή πολιτική.

Να τι ισχυρίζεται ο πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας κ. Α. Κοντολέων  (δημοσίευμα της Καθημερινής, 19/1/2020) :

«…Το επιχείρημα ότι το κλείσιμο των ακριβών, αλλά αποσβεσμένων λιγνιτικών μονάδων και η υποκατάσταση του λιγνίτη μεταβατικά από το εισαγόμενο φυσικό αέριο θα ρίξει τις τιμές της αγοράς, δεν ευσταθεί….»

Επίσης : «…δεν δικαιολογείται κατά την άποψή μας η εξαγγελθείσα απόσυρση όλων των υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων έως το 2023, η οποία μάλιστα προϋποθέτει χρονοβόρες επενδύσεις υψηλού κόστους για την κατασκευή τουλάχιστον 2 νέων μονάδων συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου. Επιπλέον, οι νέες μονάδες συνδυασμένου κύκλου θα είναι οικονομικά βιώσιμες, εφόσον οι τιμές στην αγορά παραμείνουν υψηλές και μη ανταγωνιστικές» (!).

Και καταλήγει : «…Εν κατακλείδι, εάν για τη χώρα μας στόχος είναι η ανάταξη της παραγωγικής οικονομίας και η ενθάρρυνση νέων βιομηχανικών επενδύσεων, η διασφάλιση ανταγωνιστικού ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία θα πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα. Το ενεργειακό κόστος είναι μια παράμετρος που δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοείται κατά τον σχεδιασμό της ενεργειακής πολιτικής….»,  ενώ προβλέπει ότι : «….η χώρα θα παραμείνει βιομηχανικός ουραγός της Ευρώπης και θα χάσει για ακόμη μία φορά το τρένο της ανάπτυξης….»

Συνυπογράφουμε αβίαστα τα παραπάνω. Και συμπληρώνουμε ότι αυτές οι πολιτικές επιβαρύνουν υπέρμετρα την κοινωνία, τους (εργαζόμενους και μη) πολίτες, ειδικά στην τόσο δύσκολη περίοδο που διανύουμε, μπροστά μάλιστα στην επικείμενη μεγάλη οικονομική κρίση που έρχεται να προστεθεί στα όσα έζησε ο λαός μας με τα αλλεπάλληλα  μνημόνια. Φαίνεται πως στα επόμενα χρόνια, η ενεργειακή φτώχεια που βίωσε μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού (με τις ουρές έξω από τα γραφεία της ΔΕΗ για … διακανονισμούς σωτηρίας από πολλές οικογένειες), όχι μόνο δεν φαίνεται να εξαλείφεται, αλλά όπως πάμε θα γνωρίσει νέα «άνθηση».

Και σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και την συνεχώς αυξανόμενη ενεργειακή εξάρτηση της χώρας, που πλέον πλησιάζει το 80% (!!), την ίδια ώρα που το αντίστοιχο μέγεθος των άλλων χωρών της ΕΕ (μέσος όρος) κυμαίνεται στο 55% (!).

Δείτε στο σημείο αυτό ποια ήταν η πολιτική της χώρας μας παλαιότερα [από το βιβλίο του Ραφαήλ Μωησή «Θα γίνει της ….Δεής» – έκδοση ΚΑΠΟΝ, 2019] : «….Στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δημιούργησε το Εθνικό Συμβούλιο Ενέργειας (ΕΣΕ) με πρόεδρο τον αείμνηστο καθηγητή του ΜΙΤ Ηλία Γυφτόπουλο και μένα ως εκτελεστικό γραμματέα. Το ΕΣΕ ανέδειξε ως κύριο στρατηγικό στόχο την “ελληνοποίηση”  των ενεργειακών πηγών, την ταχεία δηλαδή αξιοποίηση του λιγνίτη, την ευρύτερη χρησιμοποίηση υδροηλεκτρικών και την εκμετάλλευση του μικρού κοιτάσματος υδρογονανθράκων στον Πρίνο. Είχε ακόμη και τότε, με αξιοπρόσεκτη ωριμότητα, αναγνωρίσει την εξοικονόμηση ενέργειας ως την πιο πολύτιμη και ανεξάντλητη “εγχώρια” ενεργειακή πηγή ! ».

Όπως τελικά προκύπτει, η υποκατάσταση του λιγνίτη με το εισαγόμενο φυσικό αέριο (εξ’ ορισμού ακριβό για ηλεκτροπαραγωγή) και οι (ουσιαστικά εισαγόμενες λόγω εξοπλισμού) ανεμογεννήτριες, με την αύξηση των εμπορικών ελλειμμάτων που επιφέρουν, την διατήρηση της ανάγκης εισαγωγών ενέργειας και όλα όσα προαναφέραμε, δεν συνθέτουν μια ασφαλή και ελπιδοφόρα προοπτική ανάπτυξης για τη χώρα μας.

Ίσως απλά υπηρετούν (κυρίως λόγω φυσικού αερίου) μια ευρύτερη γεωπολιτική προσαρμογή της χώρας μας, και όπως φαίνεται όχι πάντα σύμφωνη με τα δικά της συμφέροντα.

Ε. Θεσσαλία και ενέργεια

Έχουμε επανειλημμένα υποστηρίξει την προαγωγή της υδροηλεκτρικής ενέργειας ως μια μορφή ΑΠΕ που ανταποκρίνεται θετικά σε όλα τα κριτήρια που επεξεργαστήκαμε προηγούμενα (κόστος, εξάρτηση, προσβολή του τοπίου, κ.α). Πολλές οι αναφορές του ιστοτόπου μας στο συγκεκριμένο θέμα (δείτε εδώ τους παρακάτω συνδέσμους με  σχετικές αναρτήσεις).

Ας κλείσουμε το φετινό μας αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος 2020, με ένα απόσπασμα του περσινού εορτασμού της ίδιας ημέρας :

«..Για την Θεσσαλία, εκτός από τον πρωτογενή τομέα, βασικός τομέας με προοπτικές ανάπτυξης, που και αυτός συνδέεται άρρηκτα με τους υδατικούς πόρους, είναι η παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας (ΥΗΕ).

Τα περιβαλλοντικά οφέλη ενός Υδροηλεκτρικού Σταθμού είναι ποικίλα. Ακόμα και το μειονέκτημα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που δημιουργούνται προσωρινά εξ αιτίας των μεγάλης κλίμακας των αναγκαίων τεχνικών έργων, με μια καλοσχεδιασμένη μελέτη μπορεί και αυτό να μετατραπεί σε πλεονέκτημα.

Ας σημειωθεί ότι η ΥΗΕ χαρακτηρίζεται από όλα τα βασικά πλεονεκτήματα των ΑΠΕ (μείωση – εξάλειψη εκπομπών CO2 στην ατμόσφαιρα, υποκατάσταση άλλων ρυπογόνων ή/και επικίνδυνων μορφών ενέργειας όπως ο λιγνίτης και η πυρηνική, η χρήση πετρελαίου κ.λ.π.). Επίσης η ΥΗΕ παρέχει την δυνατότητα αξιοποίησης σε οποιαδήποτε στιγμή κριθεί αναγκαία στο σύστημα (κάτι που δεν μπορεί να γίνει με ήλιο, αέρα) και το κυριότερο, προσφέρεται σε χαμηλές τιμές, περιορίζοντας τις πολύ υψηλές τιμές που σήμερα επιβαρύνουν την βιομηχανία, τους οικιακούς καταναλωτές κ.λ.π.

Βασικά έργα συνεισφοράς στον ενεργειακό τομέα αποτελούν για την Θεσσαλία τα έργα Άνω Αχελώου, δηλαδή το ΥΗΕ Μεσοχώρας και το πολλαπλού σκοπού ΥΗΕ Συκιάς.

Τελικά, η μεταφορά των υδάτων του Αχελώου προς τη λεκάνη Πηνειού, κάτι που χρονικά θα αποτελέσει την δεύτερη στη σειρά «συνεργασία» ανάμεσα στις δύο αυτές υδρολογικές λεκάνες, θα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την ολοκλήρωση του φράγματος και του ταμιευτήρα Συκιάς, που θα αξιοποιηθεί και αυτός ως ένα έργο «πολλαπλού» σκοπού, όπως εκείνο του Ν. Πλαστήρα πριν 70 χρόνια….» 

Να λοιπόν που ο συνδυασμός παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας στα ορεινά της δυτικής Θεσσαλίας υπηρετεί, εκτός του προφανούς, και πολλαπλούς άλλους στόχους ανάπτυξης, ή καλλίτερα επιβίωσης της Θεσσαλίας.

Δυστυχώς οι χειρισμοί των κυβερνήσεων κατά το παρελθόν αλλά και σήμερα δημιουργούν αβεβαιότητες και ανησυχία στο θεσσαλικό λαό.

Η απουσία ουσιαστικού αντιπολιτευτικού λόγου και η υποτονική παρέμβαση, που αγγίζει τα όρια της ανοχής, από την πλευρά των τοπικών αρχών και εκπροσώπων, δυσκολεύει πιο πολύ την κατάσταση.

Για όλα αυτά όμως θα επανέλθουμε !

 

Comments (0)

Ιανουάριος 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031